Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη γοητεία και την ομορφιά που εκπέμπουν κάποιοι αξιοποιημένοι παραδοσιακοί οικισμοί του νησιού μας, όπως η Αγιάσος και ο Μόλυβος. Ξεχωριστό το χρώμα της Σκαμιάς. Εξαιρετικά τα πετρόκτιστα σπίτια του Πολιχνίτου (όχι λίγα αλλά σχεδόν όλα)
Η πολιτεία με τα αρμόδια όργανά της ανακηρύσσει κάποιους οικισμούς ως παραδοσιακούς. Το αν θα έπρεπε να ρωτιούνται και οι κάτοικοι των οικισμών αυτών πριν τη λήψη της απόφασης ας μείνει ως αναπάντητο ερώτημα.
Κάποιοι απ’ τους παραδοσιακούς οικισμούς γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη. Οι φωτισμένοι και δραστήριοι τοπικοί άρχοντες σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους. Στην ανάπτυξη τους όμως συνέβαλαν τα μέγιστα και άλλοι παράγοντες.
Ο Μόλυβος έχει το κάστρο του και είχε την τύχη να διαφημιστεί παγκόσμια από κινηματογραφικές ταινίες που τις δεκαετίες του 60 και του 70 γύρισε εκεί ελληνοαμερικανός παραγωγός.
Η Αγιάσος έχει την Παναγιά της αλλά και την ιδιάζουσα εμπορική ( και πνευματική) κουλτούρα της .
Από μόνος του ένας παραδοσιακός οικισμός είναι δύσκολο να κάνει πολλά πράγματα. Ο Πολιχνίτος είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Πανέμορφος αλλά εγκαταλειμμένος! Η ίδια η πολιτεία που τον ανακήρυξε παραδοσιακό οικισμό τον εγκατέλειψε και αντί να αγοράσει (ή να χρηματοδοτήσει ιδιώτες) σπίτια να τα ανακαινίσει (και να τα αναδείξει) και να τα δώσει στους άστεγους εργαζόμενους πήγε και έφτιαξε χωριστό οικισμό με τις εργατικές κατοικίες ενισχύοντας ακόμα περισσότερο την εγκατάλειψη του.
Στις αρχές του 21ου αιώνα το χωριό μας είχε την (καλή ή κακή) τύχη να ενταχθεί στους παραδοσιακούς οικισμούς με ένα πολύ σφιχτό προεδρικό διάταγμα σχετικά με τους όρους δόμησης σ’ αυτό.
Το χωριό μας το έχτισαν οι πρόγονοί μας κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες (πολιτικοστρατιωτικές, κοινωνικές και οικονομικές) με τα μέσα που είχαν τότε στη διάθεσή τους και με τις προτεραιότητες που τους επέβαλαν οι συνθήκες αυτές. Χρειάζονταν ένα κεραμίδι να βάλουν το κεφάλι τους και όσοι είχαν την οικονομική άνεση το στόλιζαν με γωνιόπετρες και ξεχωριστά σουβελίκια. Χρειάζονταν αχυρώνια για τα ζωντανά τους και κοτέτσια και κάπου σε μια γωνιά ένα πρόχειρο αποχωρητήριο. Αυλή δεν χρειάζονταν γιατί γι αυτούς αυλή ήταν ο δρόμος! Εκεί δέχονταν τις καλοκαιρινές επισκέψεις, εκεί πραγματοποιούσαν τις κοινωνικές συναντήσεις (και συζητήσεις τους), εκεί δούλευαν. Και όσοι μπορούσαν τα καλοκαίρια έφευγαν, άλλοι για το Δαξάρι, άλλοι για τη Νιγίδα, άλλοι για τα Βατερά, μιας και ένοιωθαν να πνίγονταν στο χωριό. Ούτε φαρδείς δρόμους χρειάζονταν. Άιντε να χωράνε δυο φορτωμένα ζωντανά να περάσουν όταν θα συναντηθούν.
Σιγά σιγά τα αχυρώνια και τα κοτέτσια εξοβελίστηκαν απ’ το χωριό και στη θέση τους χτίστηκαν αυθαίρετες τουαλέτες και κουζίνες και αποθήκες και λεβητοστάσια. Έτσι κάθε σπίτι έχει και τα αυθαίρετα κτίσματά του. Σπίτια που δεν εξυπηρετούσαν τις διαφορετικές ανάγκες που είχαν διαμορφωθεί και το σύγχρονο τρόπο ζωής. Γι αυτό όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα μπορεί να περιποιούνταν τα πατρικά τους σπίτια αλλά επέλεγαν να χτίζουν ή να αγοράζουν καινούρια στα Βατερά για να μένουν κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο διάστημα. Και αρκετές νέες οικογένειες προτίμησαν να εγκατασταθούν μόνιμα στα Βατερά αντί να φτιάξουν κάποιο ιδιόκτητο ή φτηνά αγορασμένο σπίτι στο χωριό.
Και οι υπόλοιποι που μέναμε στο χωριό φροντίζαμε το δυνατόν γρηγορότερα να «κατεβούμε» στα Βατερά και να επιστρέψουμε όσο γινόταν πιο αργά στο χωριό. Μισό χρόνο σχεδόν στο χωριό, μισό στα Βατερά. Γιατί το σπίτι μας στο χωριό ήταν ανήλιο, γιατί δεν είχε καθόλου αυλή, γιατί η πυκνή δόμηση και οι στενοί δρόμοι έκρυβαν τον ουρανό, γιατί ήταν χειρότερο από ένα διαμέρισμα πόλης αφού ούτε μια βεράντα δεν είχε. Το βρήκαμε, το σουλουπώσαμε και ζήσαμε. Και το αγαπήσαμε. Όχι για τις ανέσεις του μα για τα όσα ζήσαμε –με όλες τις δυσκολίες- μέσα στους τέσσερις τοίχους.
Και το σπίτι καταστράφηκε, και το χωριό καταστράφηκε. Μα οι άνθρωποί του έμειναν σχεδόν αλώβητοι. Και αυτοί θα το ξαναφτιάξουν. Ναι αλλά πως; Το Π.Δ. που το καθόρισε ως παραδοσιακό δεν επιτρέπει αμφιβολίες : εξωτερικά τουλάχιστον, όπως ήταν και με ζωτικά τμήματά τους (π.χ. τα κουφώματα) από τα ίδια υλικά. Δηλαδή πάλι θα χτιστούν σπίτια ανήλια που δεν θα βλέπουν τον ουρανό. Πάλι θα δυσκολεύεσαι να φτάσεις στο σπίτι σου με το αυτοκίνητό σου αφού οι δρόμοι θα είναι και πάλι στενοί. Κι αν το μέγεθος του οικοπέδου σου επιτρέπει να έχεις την πολυτέλεια μιας αυλής, αυτή θα βρίσκεται πίσω, κρυμμένη, σαν αυλή φυλακής.
Είναι λογικό να τεθεί το ερώτημα: δηλαδή αυτοί που καθόρισαν τους όρους δόμησης δεν ήξεραν τι έκαναν; Μπορεί να αιωρείται αναπάντητο το ερώτημα για το αν έπρεπε ή όχι να ανακηρυχτεί ως παραδοσιακός οικισμός το χωριό μας αλλά αφού ανακηρύχτηκε σαφώς και έπρεπε να καθοριστούν όροι δόμησης που δεν θα αλλοίωναν τη φυσιογνωμία του. Σε ποια περίπτωση όμως; Αν σε μια γειτονιά κάποιος ήθελε να ξαναχτίσει ή να ανακαινίσει το σπίτι του. Τότε ναι, να είναι το καινούριο σύμφωνο με την όλη εικόνα που έχει το χωριό. Μα τώρα το χωριό γκρεμίστηκε. Αν προσέξουμε τα σπίτια που μένουν όρθια σε κάποια οικοδομικά «τετράγωνα» είναι σχεδόν όλα καινούρια με μορφή που δεν έχει σχέση με το «χρώμα» του χωριού! Τι παραδοσιακό χωριό λοιπόν θα ξαναφτιάξουμε;
Και τέλος να τονίσουμε ότι ένα χωριό δεν είναι ένας πίνακας ζωγραφικής για το κρίνει κάποιος βλέποντάς το αν είναι όμορφο ή άσχημο. Ένα χωριό έχει μέσα του ανθρώπους, έχει ψυχές, έχει παιδιά και αυτοί βλέπουν το χωριό από μέσα προς τα έξω. Όχι μόνο από έξω.
Πιστεύει κανείς ότι αν σε κάποια τέρμινα ξαναφτιαχτεί το καινούριο χωριό όπως ήταν το παλιό θα γεμίσει επισκέπτες; Στην αρχή θα περνούν αρκετοί για να δουν το καινούριο, όπως πέρασαν πολλοί –τόσοι όσοι δεν είχαν περάσει όλα τα προηγούμενα χρόνια- για να δουν τα ερείπια, και στη συνέχεια κάποιοι επισκέπτες των Βατερών θα το τιμούν με αραιές επισκέψεις.
Και το καταληκτικό ερώτημα του κειμένου: Αφού το Π.Δ. και οι διατάξεις του είναι δεδομένες προς τι όλη αυτή η ανάλυση;
Οι σκέψεις και οι απόψεις που προαναφέρθηκαν δεν εκφράζουν μόνο τον γράφοντα αλλά και πολλούς άλλους. Προσωπική άποψη είναι ότι εκφράζουν την μεγάλη πλειονότητα των χωριανών μας. Πίσω όμως (να τροποποιήσουμε το Π.Δ.) δεν μπορούμε να πάμε. Ούτε να αλλάξουμε την ΚΥΑ για την ανοικοδόμηση. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βγάλουμε μια κοινή πρόταση για κάποιες μικρές αλλά ανακουφιστικές αλλαγές στο χωριό μας. Και να τις προωθήσουμε στις αρμόδιες υπηρεσίες που θα πάρουν τις σχετικές αποφάσεις. Αν δουν την ομόθυμη πρόταση ενός χωριού θεωρώ ότι θα υπάρχει κάποια ελαστικότητα στην εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Και όσο και αν ακούγεται ουτοπικό στην προσπάθεια αυτή θα πρέπει να μπουν μπροστά οι ειδικοί επιστήμονες του χωριού μας. Ας μην μείνουμε κολλημένοι σε ιδεοληψίες. Ας σκεφθούμε τις επόμενες γενιές –όσες είναι αυτές- που θα ζήσουν μέσα στο χωριό ολοχρονίς.
Είναι μοναδική ευκαιρία τώρα να βελτιώσουμε στο ελάχιστο τη ζωή μέσα στο χωριό. Να την κάνουμε πιο ανθρώπινη, πιο φιλόξενη, πιο ασφαλή.



