Αρκετά κλάψαμε, με ή χωρίς εισαγωγικά, αρκετά πονέσαμε, αρκετά πιεστήκαμε ψυχολογικά στη διετία που πέρασε. Αποκτήσαμε όμως και μια εμπειρία. Το πρώτο διάστημα μετά την αποφράδα 12η Ιουνίου 2017 ακούγαμε πολλά και διάφορα αλλά δεν μπορούσαμε να τα αξιολογήσουμε γιατι δεν ξέραμε. Τώρα έχουμε μάθει!
Τότε νομίζαμε ότι γίναμε το επίκεντρο της πανελλαδικής (και όχι μόνο) προσοχής και ότι όλοι θα μας βοηθούσαν. Ότι θα είχαμε πολύτιμους συμπαραστάτες. Την πολιτεία, την εξουσία της τοπικής αυτοδιοίκησης, τους ανοιχτοχέρηδες χορηγούς για την ανοικοδόμηση σημαντικών για την τοπική κοινωνία κτιρίων. Ότι όλα τα μεγάλα ΜΜΕ θα πρόβαλαν τα προβλήματά μας.
Τώρα ξέρουμε ότι είμαστε μόνοι μας. Μόνοι ως τοπική κοινωνία
και προπαντός ο καθένας μόνος ως
σεισμόπληκτος. Οι δήθεν συμπαραστάτες μας μετατράπηκαν σε αδιάφορους
παρατηρητές. Αποκτήσαμε όμως και έναν λυσσασμένο εχθρό. Αυτός έχει το περιβόητο
όνομα της ελληνικής γραφειοκρατίας.
Η πολιτεία πήρε ορισμένα νομοθετικά μέτρα για την επούλωση των πληγών και την ανακατασκευή του χωριού, όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις.. Η υλοποίηση όμως αυτών των μέτρων γίνεται με βάση το ισχύον νομοθετικό πλέγμα, με την παρέμβαση των θεσπισμένων «αρμόδιων» οργάνων (π.χ. αρχαιολογία) και υπό την δημοσιοϋπαλληλική …κουλτούρα.
Την κατάσταση την έκανε ακόμα χειρότερη και η δική μας νοοτροπία και συμπεριφορά που δεν βοήθησε στην οργάνωση ενός ενιαίου μετώπου για τη διεκδίκηση των καλύτερων αποτελεσμάτων. Διχαστικές απόψεις από την πρώτη στιγμή. Ποιος κινείται με συμφεροντολογικά κίνητρα και ποιος από ανιδιοτέλεια. Ποιος θα χτίσει το χωριό; Κατ’ άλλους ο Σπίρτζης, κατ’ άλλους ο οικοδομικός συνεταιρισμός, κατ άλλους ο κάθε ιδιώτης. Και αυτές οι αντίθετες απόψεις δεν εκθέτονταν σε έναν καλά οργανωμένο διάλογο, πρόσωπο με πρόσωπο αλλά με χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση.
Μια ακόμα λανθασμένη συμπεριφορά ήταν αυτή που έδινε την εικόνα του ανικανοποίητου. Ο κανόνας «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα» αποδείχτηκε ότι έχει πολύ γερά ερείσματα στη νοοτροπία μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόγραμμα σίτισης. Όσο διάστημα υλοποιούνταν υπήρχαν ένα σωρό που πεινούσαν και (κατά τη γνώμη τους) αδίκως δεν περιλαμβάνονταν στους δικαιούχους. Όταν το πρόγραμμα σταμάτησε (ψόφησε η κατσίκα του γείτονα), παρά του ότι υπήρχαν ακόμα περισσότερα από 4.000 € για το συγκεκριμένο και μόνο πρόγραμμα αναξιοποίητα, κανένας δεν πείνασε, κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε.
Την προώθηση των ζητημάτων του χωριού αντί να την αναλάβει
κατά κύριο λόγο η εκλεγμένη τοπική αυτοδιοίκηση την επωμίστηκαν κάποιοι φορείς
του χωριού σε (όποια) συνεργασία με το τοπικό συμβούλιο. Ο Δήμος ως ο κύριος
και πλησιέστερος σε μας εκφραστής μας
έλαμψε δια της απάθειας και της απουσίας του.
Χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του Δήμου: Πήρε τα πρωτόκολλα κατεδάφισης δημοτικών κτιρίων και τα …ξέχασε με αποτέλεσμα, χάνοντας την κρατική επιχορήγηση, να κατεδαφίσει δυο κτίρια με «δικά του», λέει, χρήματα, με χρήματα των δημοτών λέμε εμείς. Χρειάστηκε να περάσει ενάμιση χρόνος από τότε που άρχισαν οι κατεδαφίσεις για να νοιαστεί έμπρακτα για την απομάκρυνση των μπάζων από τα στενοσόκακα του χωριού. Ως ο ιδιοκτήτης του διδακτηρίου του χωριού είδε να χάνεται η προσφορά του Κολεγίου της Αθήνας για την ανακατασκευή του και δεν έκανε τίποτα. Και γενικότερα δεν έχει κάνει το παραμικρό για το θέμα του σχολείου (που αποτελεί δημοτική περιουσία!) Μάλιστα απαξίωσε να απαντήσει σε σχετική με το θέμα επιστολή του συλλόγου γονέων. Με δημόσιες ανακοινώσεις ήρθε σε αντιπαράθεση με το Πανεπιστήμιο της Αθήνας για το ποιος θα χρηματοδοτήσει την επισκευή του (δημοτικού) κτιρίου στο οποίο φιλοξενείται η Συλλογή Φυσικής Ιστορίας και επιπλέον απαξίωσε να απαντήσει σε σχετική επιστολή των φορέων του χωριού για το θέμα. Και δεν βρέθηκε ένας δημοτικός σύμβουλος να γνοιαστεί, να τρέξει, να κινητοποιήσει.
Βέβαια την πρώτη σφαλιάρα
την δεχτήκαμε από την Περιφέρεια
με τα τρία εκατομμύρια της Δούρου. Τότε –λίγες μέρες μετά το σεισμό, και αυτό
είναι πολύ σημαντικό- καταλάβαμε (όσοι το καταλάβαμε) τις προτεραιότητες των
«αρχόντων» μας. Διαπιστώσαμε το ψεύτικο ενδιαφέρον τους.
Επομένως δυο χρόνια μετά το σεισμό το ξέρουμε, είμαστε
μόνοι.
Αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι (ως θεσπισμένα όργανα της
πολιτείας) νοιάζονται για το περίβλημα. Νοιάζονται και καθυστερούν.
Ονειρεύονται πως θα βάλουν τις πινελιές
τους σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Τα
κουφώματα, τα σουβελίκια, τα σοκάκια.
Εμείς όμως τώρα που ξέρουμε ότι είμαστε μόνοι πρέπει να νοιαστούμε για μας, για τους ανθρώπους. Και ο καθένας έχει τη δική του διαφορετική έγνοια. Αλλιώς βλέπει τα πράγματα ο μη μόνιμος κάτοικος του χωριού, αλλιώς ο μόνιμος που δεν έχει αλλού «κεραμίδι» και αλλιώς αυτός που έχει τη διέξοδο ενός δεύτερου σπιτιού κοντά στο χωριό. Και φυσικά αλλιώς σκέφτονται οι ήδη μόνιμοι κάτοικοι του χωριού σε πράσινα ή κίτρινα σπίτια. Όλοι όμως οφείλουμε να έχουμε και έναν ακόμα προβληματισμό. Όχι μόνο το πόσα σπίτια θα χτιστούν αλλά προπαντός το πόσοι κάτοικοι θα κατοικίσουν σ’ αυτό τελικά όταν ομαλοποιηθεί η κατάσταση ύστερα από κάποια «τέρμινα».
Για την απάντηση αυτού του ερωτήματος χρειάζεται προηγούμενα να απαντηθούν πολλά άλλα σχετικά με την ανάπτυξη, με τα κίνητρα για τους νέους, για τα Βατερά και την επίδραση τους στην ανάπτυξη (ή στο μη μαράζωμα ) του χωριού.
Είμαστε ώριμοι για έναν τέτοιο προβληματισμό και διάλογο;
Εδώ δεν έχουν θέση «οι κατσίκες» αλλά προτάσεις και επιχειρήματα.



