Καλημέρα σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα σήμερα το πρωί με τον
υπεύθυνο τις πολεοδομίας του Δήμου δυτικής Λέσβου και Πρόεδρο του ΤΕΕ
Στρατή Μανωλακελλη με ενημέρωσε σχετικά με τις άδειες που αφορούν το
χωριό μας ότι έχουν βγει τρεις(3). Σήμερα ή αύριο μια ακόμη και στο
τέλος της άλλης εβδομάδας θα έχουν βγει και οι υπόλοιπες. Εξέφρασα τις
ευχαριστίες εκ μέρους του Τ. Σ και των χωριανων πού σε λιγότερο από ένα
μήνα βγήκαν κάποιες άδειες σε αντίθεση με το προηγούμενο διάστημα. Του
ζήτησα να συνεχίσουν να εργάζονται με τον ίδιο ρυθμό και για τις νέες
άδειες που θα κατατεθούν από εδώ και πέρα στην πολεοδομία και μου
απάντησε ότι θα κάνουν ότι είναι δυνατό.
Παρατηρώντας το έγγραφο αυτό ας σημειώσουμε το τί διαφορετικό βρίσκουμε σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα:
Υπάρχει Κοινότητα Βρίσας η οποία κατέχει στρογγυλή σφραγίδα, απόδειξη μιας κυρίαρχης οντότητας.
Η Κοινότητα αυτή ανήκει στην επαρχία Πλωμαρίου, μια απ’ τις επαρχίες του Νομού Λέσβου. Σήμερα ούτε επαρχίες υπάρχουν ούτε νομοί. Και επιπλέον οι νομοθέτες (και οι συμβουλάτορές τους) μας απέσπασαν από το φυσικό γεωγραφικό μας χώρο και μας προσάρτησαν στο Δήμο Καλλονής.
Η στρογγυλή σφραγίδα έχει στο κέντρο της το εθνόσημο με την βασιλική κορώνα θυμίζοντας το διαφορετικό πολίτευμα που είχε η χώρα μας.
Το ίδιο φανερώνει και το επικολλημένο χαρτόσημο (ή όπως επίσημα λέγονταν τότε “κινητόν επίσημα”
Το χαρτόσημο αυτό αξίας 500 δραχμών δείχνει αφενός έναν καταργημένο σήμερα τρόπο φορολογίας αλλά και την μικρή αξία της δραχμής.
Το κείμενο είναι γραμμένο χειρόγραφα με πένα και μελάνι που βεβαιούν ότι όχι μόνο υπολογιστές και γραφομηχανές δεν υπήρχαν αλλά ούτε στυλό διαρκείας.
Οι μετοχές που χρησιμοποιούνται στο κείμενο (γεννηθείς, εγγεγραμμένος ) και άλλες λέξεις χαρακτηρίζουν τη γλώσσα του ως καθαρεύουσα.
Τα πνεύματα και οι περισπωμένες μας θυμίζουν ότι το μονοτονικό σύστημα δεν υπήρχε ανέκαθεν.
Το όνομα του χωριού μας στο επίσημο αυτό έγγραφο που γράφτηκε στο Γραφείο της τότε Κοινότητάς μας και όχι από κάποιον ξένο είναι “Βρησά”
Με την ίδια μορφή είναι γραμμένο το όνομα του χωριού και στην επάνω αριστερά σφραγίδα. Στην στρογγυλή όμως γράφεται ως “ΒΡΥΣΣΑ”
Σε λιγότερο από 8 δεκαετίες μέσα από ένα φύλλο χαρτί φαίνονται να έχουν πραγματοποιηθεί τόσες αλλαγές στη ζωή μας ως πολιτών.
Για τον εξαίρετο άνθρωπο, γιατρό και ερασιτέχνη ζωγράφο Στέλιο Γιαννάκο πληθαίνουν οι στιγμές δημόσιας αναγνώρισης και προβολής.
Ο Στέλιος, που έχει μανιωδώς αφοσιωθεί στη ζωγραφική, συμμετείχε με τρία έργα του στην ομαδική έκθεση που οργάνωσε ο Σύλλογος Εικαστικών Καλλιτεχνών Ελλάδος (( Ο ΑΠΕΛΛΗΣ )) στο Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Γαλατσίου ((ΤΟ ΚΑΜΙΝΙ ))
Όσοι δεν μπορέσουμε να επισκεφθούμε την έκθεση και να τον τιμήσουμε από κοντά ας απολαύσουμε τα έργα του αυτά στις παρακάτω φωτογραφίες.
Σήμερα Δευτέρα πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της έκθεσης και ο Στέλιος τιμήθηκε για τα έργα αυτά από την Πρόεδρο του “ΑΠΕΛΛΗΣ” κα Καίτη Τύμη η οποία ως γνωστό είναι σύζυγος του, με καταγωγή από το χωριό μας, δικηγόρου Ανδρέα Εμμανουήλ.
All-focusAll-focus
Συγχαρητήρια Στέλιο, μας κάνεις περήφανους για σένα!
Μας έστειλαν το παρακάτω δημοσίευμα του EMPROSNET που αφορά στην παρασκευή καλλυντικών με βάση το ελαιόλαδο.
Θα ήταν ευχής έργο να το παρακολουθήσει κάποια/ος χωριανός μας.
Το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) οργανώνει την Τετάρτη 20
Νοεμβρίου και ώρα 17:00, εργαστήρι για ενήλικες με τίτλο «Χειροποίητα
φυσικά καλλυντικά από ελαιόλαδο», στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας
Λέσβου.
Οι συμμετέχοντες, με την καθοδήγηση της ομάδας Ευάλμα, θα ενημερωθούν
για τα οφέλη των φυσικών καλλυντικών για την υγεία αλλά και το
περιβάλλον, και στη συνεχεία θα παρασκευάσουν καλλυντικά με αγνά υλικά
και ελαιόλαδο.
Η συμμετοχή στο εργαστήρι είναι δωρεάν.
Απαραίτητη η δήλωση συμμετοχής. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας.
Για περισσότερες πληροφορίες και κρατήσεις μπορείτε να επικοινωνήσετε
με το Μουσείο, στο τηλέφωνο 22530 32300 (καθημερινά, εκτός Τρίτης,
10:00-17:00).
Ο Σύλλογος των Μανιταρόφιλων Λέσβου ανάρτησε στην ιστοσελίδα του την παρακάτω φωτογραφία από ένα μύκητα που αναπτύσσεται στα αλμυρίκια των Βατερών. Ο χωριανός μας που μας γνωστοποίησε τη δημοσίευση αυτή πρόσθεσε και άλλες δικές του φωτογραφίες με τον μύκητα στα αλμυρίχια της παραλίας μας.
Το ερώτημα είναι αν η ανάπτυξη αυτού του μύκητα, η εξάπλωση του οποίου γίνεται από τα αλυσοπρίονα κατά το κλάδεμα των δέντρων, μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα επιβίωσης στα αλμυρίκια και σε κάποιο βαθμό -ως συνέπεια- στην οικονομική ανάπτυξη των Βατερών.
Ο αναγνώστης μας προτείνει στους χωριανούς μας γεωπόνους (και είναι αρκετοί) να ερευνήσουν το θέμα.
Ο Κώστας Αθ. Παράκοιλας έφυγε από τη ζωή ύστερα από ολιγοήμερη νοσηλεία στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης.
Η κηδεία του θα γίνει αύριο Τρίτη στις 11.00 το πρωί στον άγιο Ευστάθιο στα Βατερά ενώ από σήμερα το απόγευμα θα βρίσκεται στο σπίτι του στα Βατερά για την τελευταία “φροντίδα” του από την οικογένειά του.
Θερμά συλλυπητήρια στη σύζυγό του, στα παιδιά, στα εγγόνια του, στον αδελφό του και σ’ όλους τους συγγενείς του.
Από το 2012 το Πανεπιστήμιο Κρήτης πραγματοποιεί στα Ροδαφνίδια, κοντά
στις θερμές πηγές του Λισβορίου, αρχαιολογική έρευνα αποκαλύπτοντας την
Παλαιολιθική κληρονομιά του νησιού. Ο μοναδικός αυτός ελαιώνας έκρυβε ευρήματα
ηλικίας μισού εκατομμυρίου ετών τα οποία άλλαξαν την ιστορία του Αιγαίου.
Τοποθετούν την Λέσβο στην παγκόσμια συζήτηση για την καταγωγή κι εξέλιξη του
ανθρώπου, τις πρώιμες μεταναστεύσεις και τις απαρχές της κατοίκησης στην
Ευρώπη. Οι αρχαιολόγοι και οι φοιτητές αρχαιολογίας από διάφορα μέρη του κόσμου
δουλεύουν κάθε χρόνο σε συνεργασία με τους κατοίκους και τους τοπικούς φορείς
ώστε να αναδειχθεί ο χώρος σε κόμβο
αειφόρου και ήπιας ανάπτυξης με σεβασμό στο περιβάλλον και τις παραδοσιακές
δραστηριότητες. Η διευθύντρια της έρευνας καθηγήτρια αρχαιολογίας, κα Νένα
Γαλανίδου, θα μας ταξιδέψει στο παρελθόν του τόπου μας και θα μοιραστεί μαζί
μας το όραμα της ομάδας της για το
μέλλον αυτής της ανασκαφής και την οργανική της σύνδεση με την αειφόρο
ανάπτυξη της νότιας Λέσβου.
Το χωριό μας στα μάτια μου όταν ήμουν μικρή δεν φάνταζε σαν κάτι όμορφο εξαιρετικό και σπουδαίο. Τα σπίτια του ήταν τα συνηθισμένα σπίτια των χωριών όλης της Μυτιλήνης. Σπίτια παλιά, τα περισσότερα λασπόχτιστα, άλλα ασοβάντιστα και άλλα σοβαντισμένα με πεσμένους συνήθως κατά τόπους σοβάδες, ξεφλουδισμένες μπογιές στα παράθυρα και στις πόρτες, με τα παλιά κεραμίδια τους που στα περισσότερα έτσι και έσπαζε ή μετακινιόταν κανένα, όταν έβρεχε, εκτός από το θόρυβο του αέρα, της βροχής, και την «μουσική» του νερού που έπεφτε στους τσίγκους, ακουγόταν και η εσωτερική μουσική από τις σταγόνες που έμπαιναν από τα χαλασμένα κεραμίδια, τρύπωναν στο ταβάνι, περνούσαν από τα ανοίγματα των ξύλων και έπεφταν στους κουβάδες και στα κατσαρόλια που ήταν αραδιασμένα στο πάτωμα για να το μαζεύουν. Πολλές φορές μετακινούσαμε ακόμα και τα κρεβάτια μας σε σημεία που δεν έσταζε, μέχρι να έρθει η άνοιξη να ανέβουν ξανά επάνω οι μαστόροι να φτιάξουν ή να αντικαταστήσουν τα χαλασμένα. Γιατί κάθε τόσο τα φτιάχναμε αλλά πότε από τον αέρα πότε από κανένα «ατσίδι» που έμπαινε μέσα για να φάει πουλιά η ποντίκια μετακινιόνταν, τρύπωνε το νερό, και οι παγωμένες σταγόνες μπορεί να σε βάζανε στο σημάδι.
Παγωμένα σπίτια χωρίς θέρμανση εκτός από το τζάκι στην κουζίνα, υγρασία που σου τρυπούσε τα κόκαλα και χειμωνιάτικο φυσικό ντους μια και του άλλου του κανονικού αγνοούσαμε ακόμα και την ύπαρξη.
Θυμάμαι τα βράδια την φασαρία που γινόταν όταν έτρεχαν τα ποντίκια και οι νυχτερίδες στο ξύλινο ταβάνι πόσο ανατριχιαστικό και φοβιστικό ήταν για εμάς τα παιδιά να τα ακούμε μέσα στο σκοτάδι και η φαντασία μας να οργιάζει, πιστεύοντας ότι φαντάσματα κυκλοφορούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Και κουκουλωνόμαστε χώνοντας ολόκληρο το κεφάλι μας στα παπλώματα και τα γόνατα μας ακουμπούσαν στο σαγόνι αφ’ ενός για να μην ακούμε τους θορύβους και αφ’ ετέρου μπας και ζεσταθούμε μέσα στα σκεπάσματα που ήταν πολλά και ασήκωτα αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερναν. Και δεν τολμούσαμε να κουνηθούνε και να αλλάξουμε θέση όλη νύχτα γιατί τα σεντόνια ήταν σαν να είναι βρεγμένα και το πρωί σηκωνόμαστε εντελώς πιασμένοι και κουρασμένοι.
Και έμπαζαν τα κουφώματα από παντού, έτριζαν τα ξύλινα πατώματα και οι σκάλες, μια ντουλάπα για όλους μας υπήρχε στην κρεββατοκάμαρα, δύο ντουλάπια στην κουζίνα με μια κουφέση, ένα τζάκι για μαγείρεμα και ζεστασιά τον χειμώνα, ένας νεροχύτης και όλα ήταν λιτά και προσαρμοσμένα στις τότε λιγοστές ανάγκες των ανθρώπων. Υπήρχαν βέβαια και τα πλουσιόσπιτα με τις μεγάλες σκάλες τους, τις επιβλητικές πόρτες τους με τα μπρούτζινα χερούλια και τα ρόπτρα, με τα πολλά παράθυρα και τα σκαλιστά σουβελίκια τους απ’ έξω, αλλά ποιος από εμάς τους μικρούς έδινε τότε σημασία σε τέτοια πράγματα. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν το παιχνίδι και τα μάτια μας στο δρόμο μην πατήσουμε βρωμιές από τα ζώα ή μην σκουντουφλήσουμε σε καμιά πέτρα στους ντουσιμέδες.
Γιατί στο πίσω μέρος των σπιτιών στα μικράτα μου υπήρχαν οι αυλές που ήταν γεμάτες με τα ζώα που είχαν οι άνθρωποι για τις δουλειές τους, από βόδια μέχρι μουλάρια και γαϊδούρια, αλλά και πρόβατα, κατσίκες, κουνέλια και κότες, για τροφή, το γάλα και τα αυγά τους. Και εκτός από τις άσχημες μυρουδιές υπήρχαν και ακαθαρσίες στο δρόμο που περπατάγαμε, μολονότι η κάθε νοικοκυρά σκούπιζε το πρωί μπροστά από το σπίτι της και μάζευε τις βιρβιτσίλες και τις καβαλίνες, την κοπριά δηλαδή, για καθαριότητα αλλά και γιατί την χρησιμοποιούσαν σαν λίπασμα αφού προηγουμένως την άφηναν να «χωνέψει». Ντάμια και χαλάσματα έβρισκες σε κάθε γειτονιά που τα τελευταία ήταν συνήθως σκουπιδότοποι αλλά και παράδεισος για εμάς τους μικρούς επειδή σκαλίζοντας βρίσκαμε θησαυρούς από σπασμένα πιάτα ή τέστα πήλινα, ντενεκεδάκια από κονσέρβες της αμερικάνικης βοήθειας, ακόμα και απλά κεραμίδια, για να παίζουμε στολίζοντας τα στα σπιτάκια που φτιάχναμε με πετρούλες. Η χαρά μας ήταν τεράστια όταν στο κομμάτι τού πιάτου που βρίσκαμε υπήρχαν χρώματα και σχέδια, συνήθως λουλουδάκια πανέμορφα.
Σπίτια καινούργια ή περιποιημένα παλιά, φρεσκοβαμμένα, γινόταν όταν επρόκειτο να παντρευτεί κάποια κοπέλα και την προίκιζαν οι γονείς της που και αυτά με τα χρόνια πάλιωναν και σπάνια τα συντηρούσαν. Μόνο οι νοικοκυρές στις μεγάλες γιορτές πάντα ασβέστωναν το κάτω κομμάτι του τοίχου του σπιτιού και τα πεζοδρόμια τους και ομόρφαιναν οι γειτονιές μας ή έστω είχαμε την αίσθηση της φρεσκάδας και της πάστρας.
Ένα τέτοιο συνηθισμένο σπίτι ήταν και το δικό μας αρκετά μεγάλο χωρίς όμως πολυτέλειες. Τέσσερις κάμαρες υπήρχαν, η καλοκαιρινή κουζίνα με τον φούρνο στην αυλή, δυο κατώνια και ένα αποχωρητήριο. Δέντρα πολλά δεν είχε το χωριό μας έτσι κολλητά που ήταν τα σπίτια το ένα με το άλλο σύριζα στο δρόμο και χωρίς μπροστινά προαύλια, λίγες εξαιρέσεις σε πιο καινούργια υπήρχαν, ούτε πολλά λουλούδια μπροστά παρά μόνο πίσω, στις αυλές. Καμιά φορά έβλεπες σε παράθυρο κανά βασιλικό σε γλάστρα ή κανά γκαζοτενεκέ δίπλα στην πόρτα με λουλούδια. Σε πολλά σπίτια όμως υπήρχαν μπροστά φρίτζες με κληματαριές για δροσιά και σκιά τους καλοκαιρινούς μήνες και από πολλές μάζευαν και τα σταφύλια αν προλάβαιναν από τις σφήγκες και τους μπαμπούρους.
Έτσι και εμείς στο πλάι της μπροστινής, της καλής μας πόρτας, είχαμε φυτέψει ένα κλήμα, που έγινε με τα χρόνια τεράστιο, και ανεβασμένο σε σιδεριά έπιανε όλη την πρόσοψη του σπιτιού. Στις αρχές της άνοιξης μόλις φουσκώναν τα «μάτια» του το κλαδεύαμε. Από τα μάτια που αφήναμε έβγαζε τα πρώτα φυλλαράκια του και μετά σιγά σιγά θέριευε και μεγάλωναν «κληματζούρες» με τους «αβλαστούς» τους και άπλωναν, και κρεμόταν σαν παραβάν μπροστά και στα πλάγια, και σκάλωναν πιασμένοι με τις ψαλίδες τους ψηλά στα σύρματα που κράταγαν την πέργκολα, και χωνότανε παντού, μέχρι που πολλές φορές τους κόβαμε γιατί κινδυνεύαν να κλείσουν τα πάνω παράθυρα μας ή να κατέβουν μέχρι κάτω στο δρόμο. Αλλά είχαμε φυσική και ολόδροση τέντα το καλοκαίρι και καθόμαστε στα σκαλοπάτια μας και στα φαρδιά πεζοδρόμιά μας και κάναμε γειτονιό. Και την Πρωτομαγιά από εκεί έκοβε η μαμά μου ένα αβλαστό τον καθάριζε και μου τον έφερνε πρωί πρωί στο κρεββάτι με μέλι και τριαντάφυλλο για να γίνω λέει, γλυκειά, ρόδινη και λυγερή.
Το χωριό μας έτσι που το θυμάμαι εγώ στην δεκαετία του πενήντα- εξήντα μπορεί να φάνταζε στα μάτια μου ταπεινό και φτωχικό αλλά συγχρόνως ήταν γεμάτο ζωή. Με όλα τα σπίτια του κατοικημένα, οι δρόμοι γεμάτοι παιδιά, με πολλά μαγαζιά και καφενεία, με κόκκορες να μας ξυπνούν το πρωί με τα κικιρίκου τους μαζί με την μπουρού της μηχανής το χειμώνα και την καμπάνα για το σχολείο, βόδια να μουγκανίζουν, γαϊδούρια να γκαρίζουν, φωνές, γέλια και κλάματα, τραγούδια, χαμηλές ομιλίες για τα κουτσομπολιά αλλά και βρισιές και καυγάδες. Στα ανοιχτά παράθυρα σεντόνια απλωμένα να αεριστούν το πρωί, γυναίκες να παίρνουν νερό στην σειρά, παλιά από τα πηγάδια και μετά από τις βρύσες τις κοινοτικές, πριν βάλουμε νερό στα σπίτια μας, άλλες να τινάζουν χράμια και κουρελούδες, οι κρεββατές να δουλεύουν, οι κοπανίδες να χτυπούν τα ρούχα για να καθαρίσουν, τα μαναρέλια να κόβουν ξύλα, ταϊφάδες να φεύγουν για αγροτικές δουλειές, γυρολόγοι να διαλαλούν την πραμάτεια τους, αραμπάδες με τουλούμια γεμάτα λάδι ή δεμάτια σιταριού και κριθαριού να τα μεταφέρουν στα σπίτια, ζώα φορτωμένα με γομάρια ελιές ή κλαδιά και ξύλα και κόσμος πολύς και ζωή και ζωντάνια μέσα στους δρόμους.
Ραφτάδικα,τσαγκαράδικα, τουλγκέρικα, φαναρτζίδικα, σαμαρτζίδικα, πεταλωτίδικα, ατσγκαναριά, μπακάλικα, εμπορικά με υφάσματα, ψιλικατζίδικα, καπνοπωλεία, φουρνάρικα, ψαράδικα, και πολλά καφενεία υπήρχαν, εκτός από το κέντρο και σε πολλές γειτονιές. Αλευρόμυλους και δύο ελαιοτριβεία είχαμε ακόμα και εργοστάσιο που έφτιαχνε πιάτα, πιατέλες, φλιτζάνια και κούπες.
Υπήρχαν δύο μεγάλες εκκλησίες πανέμορφες, δύο σχολεία, το παλιό και το καινούργιο, κοινοτικό γραφείο και αργότερα έγινε και η αγροτολέσχη. Και γιατρό είχαμε, και συνεταιρισμό, και σύλλογο η Ομόνοια που παίζανε τα μέλη του μέχρι και μπρίτζ και πιο παλιά υπήρχε και φαρμακείο με φάρμακα φτιαγμένα και τριμμένα στο γουδί.
Αυτό ήταν με λίγα λόγια το χωριό μας μέχρι που άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει. Πολύς κόσμος έφευγε στις πόλεις για καλύτερη τύχη και για να σπουδάσει τα παιδιά του, η κίνηση και τα μαγαζιά άρχισαν να λιγοστεύουν και χάθηκε η ζωντάνια. Μόνο τα σπίτια άρχισαν σιγά σιγά να φτιάχνονται από τους ξενιτεμένους που «καζάντισαν» στην πόλη και τό ‘χαν τάμα και καμάρι να φτιάξουν το πατρικό τους. Αλλάξανε τα παλιά κεραμίδια με γαλλικά για να μην φεύγουν από την θέση τους, τα παλιά ξεχαρβαλωμένα κουφώματα αντικαταστάθηκαν με καινούργια, προστέθηκαν δωμάτια και βάφτηκαν με ωραία χρώματα. Και ομόρφαινε το χωριό αλλά βασικά τα μάτια μας σηκώθηκαν ψηλά και είδαν λεπτομέρειες ακόμα και σε ταπεινά σπιτάκια, είδαν και θαύμασαν την τέχνη και το μεράκι των παλιών μαστόρων, είδαν όλα αυτά που πέρναγαν μέχρι τώρα απαρατήρητα, και έμαθαν να ξεχωρίζουν την αρχοντιά του παλιού και του παραδοσιακού και ακούγαμε και τα λόγια θαυμασμού των φίλων-επισκεπτών και αρχίσαμε να εκτιμούμε και εμείς το μικρό και μέχρι τότε «άγνωστο» και περιφρονημένο χωριό μας αλλά πάντα τόσο αγαπημένο.
Εμάς το σπίτι μας δεν είχε πολλά στολίδια. Το μεγάλο του στολίδι και σήμα κατατεθέν του ήταν η τεράστια κληματαριά μας που έπιανε από την μία του άκρη μέχρι την άλλη όπως σας είπα. -Πενήντα μέτρα αριστερά από τον πλάτανο το σπίτι με την μεγάλη κληματαριά, έλεγα όταν πήγα στο σχολείο στα παιδιά που με ρωτούσαν πιο είναι το δικό μας σπίτι, και καμάρωνα. Το χειμώνα έπεφταν τα φύλλα της και τής έμεναν μόνο οι κληματζούρες αλλά να την πάλι την άνοιξη, φρεσκοκλαδεμένη, πιστή στο ραντεβού της μεγάλωνε και μας χάριζε την σκιά της. Μόνο που μια αποφράδα μέρα ένα μεγάλο φορτηγό φορτωμένο μέχρι πάνω με άχυρα περνώντας, έμπλεξε στα σίδερα, τα στράβωσε, την μισό έριξε κάτω, και αναγκαστήκαμε να κόψουμε ένα μεγάλο κομμάτι της για να ισιώσουμε την πέργκολα περιμένοντας τον επόμενο χρόνο να ξαναζωντανέψει. Τον επόμενο όμως χρόνο η κληματαριά μας έμεινε ξερή δεν «άνοιξαν τα μάτια της» χωρίς να ξέρουμε την αιτία. Κάποιος είπε ότι της έριξαν δηλητήριο, άλλος ότι έπαθε σοκ. Το σοκ όμως ήταν δικό μας που κλαίγαμε όταν έπεσε και ξανακλαίγαμε όταν δεν ξαναπέταξε φυλλαράκια και αναγκαστήκαμε να την κόψουμε από την ρίζα. Και μου φαινόταν άσχημο το σπίτι μας και αγνώριστο όταν ξηλώσαμε και τα σίδερα και δεν ξαναφυτέψαμε κληματαριά πια, απλά μετά από λίγο καιρό το βάψαμε και εξαφανίστηκαν και τα τελευταία σημάδια της από τον τοίχο μας και πάλι απλά έμεινε μόνο η εικόνα της στην ψυχή μας να μας στοιχειώνει.
Εγώ έμενα πια Αθήνα και μόνο τα καλοκαίρια κατέβαινα στο χωριό. Στο χωριό που είχε αλλάξει πολύ, με κλειστά παράθυρα στα άδεια σπίτια, με κλειστά και τα περισσότερα καφενεία και μαγαζιά, με εξαφανισμένα τα πεζοδρόμια του και με τους δρόμους του τσιμεντένιους, χωρίς πολύ κόσμο, χωρίς ζώα να κυκλοφορούν με τα κουδούνια τους, χωρίς κοκόρια να μας ξυπνούν, χωρίς πολλά παιδιά να τρέχουν και να παίζουν στους δρόμους και στις αλάνες. Και στο σπίτι μας όμως υπήρξε αλλαγή. Κάναμε και εμείς προσθήκη δωματίου αλλά και στην θέση του κλήματος μας ένα νυχτολούλουδο κατακόκκινο είχε φυτρώσει από μόνο του. Σε λίγο χώμα που βρήκε εκεί δίπλα στην πόρτα. Όπως και σε πολλά άλλα μέρη άλλως τε του χωριού, δεν ξέρω και πως ούτε πότε φύτρωσαν γιατί παλιά δεν υπήρχαν εκτός αν τα έτρωγαν τα ζώα που πολλές φορές τότε γυρίζαν ελεύθερα στο χωριό. Και λουλούδισαν και γέμισαν χρώμα οι σκονισμένες γωνιές του όπου είχε μείνει ακόμα λίγο χωματάκι. Το δικό μας το φρόντιζε η μαμά μου όσο ζούσε και το πότιζε και αυτό μας έδινε απλόχερα την ζωντάνια το χρώμα και την ομορφιά του. Και κάθε χρόνο, ακόμα και όταν εκείνη πέθανε, αυτό εκεί, μας περίμενε, χωρίς να έχει καμιά φροντίδα από κανέναν, πανέμορφο και λουλουδιασμένο.
Και έγινε ο φοβερός σεισμός που έβαλε σημάδι το όμορφο χωριό μας, και κατακοκκίνησε ο τόπος όχι από νυχτολούλουδα μόνο αλλά και από κόκκινους σταυρούς στα καταδικασμένα να κατεδαφιστούν σπίτια. Ένα από τα καταδικασμένα ήταν και το πατρικό μου. Και έφθασε η μαύρη μέρα της κατεδάφισης και πάει η ζωή μας όλη, αυτή που ζήσαμε μαζί του, όλες οι γνωστές και αγαπημένες γωνίτσες, και ο φανός στην κρεββατοκάμαρα και το εικονοστάσι, η κουφέση και η γωνιά, μαζί και οι νεράιδες των παραμυθιών και τα φαντάσματα στο ταβάνι, οι αγωνίες και οι χαρές που νοιώσαμε μέσα στους τέσσερις τοίχους του πάνε όλες, έγιναν χαλάσματα, και τα χαλάσματα σκέπασαν και το νυχτολούλουδο που επί τόσα χρόνια μόνο του και αφρόντιστο επέμενε «να ανθεί και να λουλουδίζει». Και πάει τέλειωσαν τα κόκκινα χρώματα, θάφτηκαν τα μαρκαρίσματα με τους σταυρούς, θάφτηκαν και τα νυχτολούλουδα, και έμεινε μόνο πόνος και μαυρίλα στην καρδιά μας.
Μια μέρα βλέποντας φωτογραφίες φίλων στο Facebook είδα μία ανεβασμένη από την Μυρσίνη με τίτλο κάτι σαν, «ζωή και ελπίδα μέσα από τα χαλάσματα» που έδειχνε ένα μικρό φρεσκότατο φυτό να ξεφυτρώνει μέσα από κάποια μπάζα. Τότε δεν πήγε ακριβώς το μυαλό μου, άλλως τε γεμάτο μπάζα είναι το χωριό, μπάζα όμοια και απρόσωπα που δεν θυμίζουν σε τίποτα τα σπίτια από τα οποία προέρχονται, μέχρι που άλλος φίλος, ο Κώστας, μού αφιέρωσε μία άλλη φωτογραφία μετά από λίγο καιρό, μιλώντας και αυτός για μία νότα ελπίδας, που έδειχνε ένα ολάνθιστο νυχτολούλουδο να βγαίνει μέσα από τα μπάζα, ένα νυχτολούλουδο που επιτέλους το γνώρισα, ναι, ήταν το δικό μας νυχτολούλουδο εκεί που θα έπρεπε να ήταν το σπίτι, εκεί που θα έπρεπε να ήταν η καλή μας πόρτα, εκεί δίπλα της, στο κομματάκι από χώμα που έμεινε στο τσιμέντο, εκεί που πολύ παλιά φύτρωνε το κλήμα μας, εκεί που καθόμαστε τα βράδια του καλοκαιριού στα σκαλοπάτια μας και λέγαμε ατέλειωτες ιστορίες όλοι μαζί, με τους γονείς μου, τους συγγενείς μας και τους αγαπημένους μας γειτόνους.
Και συγκινήθηκα και ξαναέκλαψα για όλα που χάθηκαν, για όλους που δεν ζουν πια και για το ταπεινό λουλουδάκι που επιμένει «να ανθεί και να λουλουδίζει» ακόμα, δίνοντας με το πείσμα και την θέληση του για ζωή, ένα μήνυμα ελπίδας σε όλους μας.
Νομίζω ότι αυτό το λουλουδάκι με τον τρόπο του μας λέει: Μυρσίνη, Κώστα, Γιώργο, Μαρία, Δημήτρη, Κατερίνα, εγώ τα κατάφερα. Τα νίκησα τα μπάζα. Μην το βάζετε λοιπόν κάτω. Μπορείτε να τα καταφέρετε και εσείς.
Το ξαναγράψαμε το ιστορικό στη σελίδα μας αυτή πριν από πέντε χρόνια
Το επαναλαμβάνουμε σήμερα γιατί εκφράζει απόλυτα την πραγματικότητα!
“Ήταν τα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Ψυχοσάββατο. Ο οικογενειακός ταϊφάς θα πήγαινε στο Δαξάρι για το λιομάζωμα. Τι να πάρουν για φαγητό; Αποφάσισαν: Να μείνει ο μικρός να πάει το πρωί στην Εκκλησία, να πάρει και να ανεβάσει κόλλυβα. Τι πιο καλό και πιο δυναμωτικό. Έτσι και έγινε αλλά είπαμε τα χρόνια δύσκολα και στα κόλλυβα δεν προσέβλεπε μόνο ο πιτσιρικάς αλλά και πολλοί μεγάλοι. Το κακό έγινε! Για τον μικρό δεν περίσσεψε τίποτα. Όλο στεναχώρια πήρε την ανηφόρα για το Δαξάρι. Η στεναχώρια μεγάλη. Δεν την άντεχε μόνος του. Ήθελε να τη μοιραστεί, να τη βγάλει από πάνω του. Μόλις άφησε λοιπόν το «κάγκελο» και κίνησε στο οροπέδιο του Δαξαριού άρχισε τις δυνατές ¨ενημερωτικές¨φωνές: “Ε! μάνα, απ’ έτσινου (από εκείνο, δηλαδή τα κόλλυβα), τίπουτα» “
Ρωτώντας πρόσωπα, εκπροσώπους φορέων ή απλούς πολίτες που ίσως να γνωρίζουν περισσότερα από εμάς ,σχετικά με το θέμα του συντονιστή και το πότε θα οριστεί η απάντηση που παίρνουμε είναι ακριβώς αυτό που υπονοεί ο τίτλος μας. Και όσες διαφορετικές απαντήσεις πήραμε διαψεύστηκαν απ’ την πραγματικότητα άμεσα. Και ο κόσμος περιμένει, και οι μηχανικοί περιμένουν αλλά κάποιοι δεν συγκινούνται. Πέρασαν τέσσερις μήνες από τις εκλογές και δεν μπορούν να αποφασίσουν και να βάλουν ένα νέο συντονιστή αφού ο προηγούμενος δεν τους έκανε.
Και μου φαίνεται ότι θα συνηθίσουμε χωρίς συντονιστή. Εξάλλου για τα πολύ σημαντικά μας ενημερώνει ο …Τεντόμας!