Προσφορά στη μνήμη της Βαρβάρας Σκιά
Η Μεταξία Μπλάνα και η Στέλλα Αβαγιάννη προσφέρουν στον Πολιτιστικό Σύλλογο Βρισαγωτών Λέσβου Αθήνας στη μνήμη της αγαπημένης τους θείας Βαρβάρας 50 ευρώ.
Ο Σύλλογος ευχαριστεί.
Πριν λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε ένα αντάμωμα των χωριανών την αυλή του σχολείου μας, κάτω απ’ τους ήχους του μπουζουκιού και με συνοδεία ποτών και μεζέδων.
Σήμερα πραγματοποιήθηκε ένα ακόμα αντάμωμα, καθιερωμένο απ’ τα πολύ παλιά, στο εκκλησάκι του αγίου Ευσταθίου, κάτω απ’ τους ήχους της ψαλμωδίας και με συνοδεία των σχετικών ευχών “και του χρόνου-χρόνια πολλά”.
Πολύς ο κόσμος που προσήλθε και ιδιαίτερα νεαρός κόσμος, ανάμεσα στους οποίους οι γνωστοί του καθενός μας ήταν λίγοι!
Και πάλι χρόνια πολλά σε όλους!!!
Πραγματοποιήθηκε χτες στο γηπεδάκι του Αη Νικόλα, που έστησε εκ των ενόντων ο Πολιτιστικός σύλλογος, η μάζωξη της πιτσιρικαρίας για ένα ποδοσφαιρικό τουρνουά, που διοργάνωσε η ομάδα santavateradenexei, με στόχο να σταλούν μηνύματα κατά της βίας στον αθλητισμό.
Επίκαιρο το μήνυμα, που πρέπει να βάλουν και άλλοι πολλοί το χεράκι τους για να γίνει βίωμα (οικογένεια, σχολεία, μέσα ενημέρωσης κ.λπ)

Συγχαρητήρια στους διοργανωτές και σε όσους ανταποκρίθηκαν το κάλεσμα.
Σήμερα, 15 Αυγούστου, εορτή της Κοιμήεως της Θεοτόκου, γιορτάζει κάθε ευρύτερη ελληνική οικογένεια!
Μαρία, Δέσποινα, Παναγιώτης κυριαρχούν στην ονοματολογία της ελληνικής οικογένειας.
Χρόνια πολλά σε όλους
Σήμερα είμαστε στο αποκορύφωμα του καλοκαιριού και από αύριο αρχίζει (ελπίζουμε) σιγά-σιγά η …αποκαθήλωση των ονείρων και η προσγείωση στην πεζή καθημερινότητα.
Να είμαστε όλοι γεροί και τα καλοκαίρια δεν τελειώνουν!!!
ΒΑΡΒΑΡΑ ΣΚΙΑ.
Στην εκδήλωση που είχαμε κάνει, σε μια Συνέλευση του Συλλόγου της Αθήνας, για να τιμήσουμε την συλλογική και πνευματική προσφορά της Βαρβάρας, την είχα αποκαλέσει ως τον « ΘΕΟΦΙΛΟ της λαϊκής διηγηματογραφίας του χωριού μας».
Στην αρχή, μάλλον, παραξενεύτηκε που την παρομοίωσα με τον αλαφροϊσκιωτο ζωγράφο και τον «αχμάκη»- όπως τον αποκαλούσαν οι συντοπίτες του-που στόλιζε με τις απλοϊκές ζωγραφιές του τους τοίχους των καφενέδων και τις « τάβλες», για μια φούχτα ελιές κι ένα κομμάτι ψωμί∙ όμως, με το κοφτερό μυαλό που την διέκρινε, γρήγορα, κατάλαβε πόσο σπουδαίος ήταν ο «φουστανελάς» ζωγράφος που ιστορούσε, με τις αυτοσχέδιες μπογιές του, τις παλιές και τωρινές «δόξες» της Λέσβου και της απέραντης-στον χώρο και τον χρόνο- ελληνικής πατρίδας: με τους άθλους των μυθικών ηρώων και τα ανδραγαθήματα των αγωνιστών του 21, την αγιοσύνη των ανθρώπων του καθημερινού μόχθου και τις ασύγκριτες ομορφιές της ελληνικής φύσης. Από, τότε, η Βαρβάρα έλεγε και επαναλάμβανε « ακούς να με πει Θεόφιλο» και όσο ζούσε, νομίζω πως ήταν περήφανη- όσο κι εμείς- που η λαϊκή ζωγραφική του Θεόφιλου συναντούσε και συμπορευόταν με την λαϊκή διηγηματογραφία της Βρισαγώτισσας Βαρβάρας, που ζωγράφιζε με τον λόγο τα κατορθώματα των ηρώων του γενέθλιου τόπου της, των γενναίων ξωμάχων, που φύτευσαν τους απέραντους ελαιώνες κι έζωσαν τις πλαγιές των βουνών με τα πέτρινα πεζούλια, που στόλισαν τα σπίτια τους με τα σκαλιστά της πέτρας και τα πηγάδια του χωριού με τα πέτρινα «βραχιόλια».
Σο νησί μας η λαϊκή παράδοση αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης, εκτός από τον Θεόφιλο, και για πολλούς άλλους, αυτοδίδακτους δημιουργούς: λαϊκούς ζωγράφους, αγγειοπλάστες- κεραμιστές, πετροπελεκητάδες και ξυλογλύπτες, μουσικούς, σατιρικούς ποιητές και διηγηματογράφους που ανέδειξαν με την πηγαία έμπνευσή τους την ομορφιά και την ελληνικότητα της λαϊκής μας παράδοσης.
Η Βαρβάρα Σκιά, που έφυγε, προχθές, πλήρης ημερών, στο πέρασμά της από την ζωή, μας άφησε, με το χάρισμα, που την προίκισε η Φύση, ένα ζωηρό πνευματικό αποτύπωμα.
Με την μακρόχρονη και συνεχή παρουσία της, επί 40 χρόνια, στο περιοδικό ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ της ΒΡΙΣΑΣ, με τα κείμενά της, τα οποία συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο ( με την φροντίδα της μονάκριβης θυγατέρας της και αγαπητής μας φίλης Κατερίνας) και το οποίο δημοσιεύτηκε με τον ευρηματικό τίτλο « Όταν δεν είχαν ρολόγια», μας γυρίζει πίσω στον χρόνο, σε μια εποχή, όπου οι «πρωτινοί» Βρισαγώτες ζούσαν μετρώντας τον χρόνο με το… «ηλιακό ρολόι», όταν η μέρα τους άρχιζε με το χάραμα και τέλειωνε « περί λύχνων αφάς»( όταν ανάβαν τα λυχνάρια).
Οι άνθρωποι στα χρόνια «που δεν είχαν ρολόγια», αγνοί κι αθώοι, μέσα στην απλότητά τους, σε απόλυτη σύμπνοια και σεβασμό προς την φύση, χαίρονταν την ομορφιά της και φρόντιζαν σαν να ήτανε παιδιά τους τα λιόδεντρα και τα καματερά που είχαν στην δούλεψή τους∙ και στην δύσκολη μάχη της ζωής, μοιράζονταν, συντροφικά, την κούραση ξεχνώντας την φτώχια, «πότε, πότε με το τραγούδι και κανένα χωρατό»∙ «τραγουδούσαν την θάλασσα, όταν έπιναν πολύ ρακί κι έρχονταν στα μεράκια τους: θάλασσά μου, θάλασσά μου, συ γροικάς τα βάσανά μου»!
Και είναι, κάποιες φορές, που οι διηγήσεις τής Βαρβάρας μοιάζουν με ποιήματα, όταν μιλά για την «την πίσω αυλή του πατρικού σπιτιού της»: «Θε μου, ας γινότανε, όλα να ξαναρχότανε, ένα πρωί, στην πίσω αυλή του σπιτιού μας»!
Ακόμα και τα παραθύρια του χωριού «δίφυλλα, μακρόστενα, χρωματιστά, παράθυρα αγαπημένα», στα κείμενα της Βαρβάρας, μιλάν για τις κρυφές αγάπες και θυμούνται, όταν, μεσάνυχτα, μισάνοιγαν ν΄ ακούσουν την καντάδα «στο παραθύρι που ακουμπάς ξερά είναι τα ξύλα και από την ομορφάδα σου ανθούν και βγάζουν φύλλα».
Και δυο αράδες σε μια «Κάρτα από την Αμερική», μας θυμίζουν τα πονεμένα τραγούδια της ξενιτειάς: « αδερφέ μου, είσαι εις την γλυκιά μας πατρίδα και δεν γνωρίζεις τα βάσανα και τι αχ και βαχ, σέρνει ο Ελληνισμός εις αυτήν την άγρια πατρίδα»!
Αποχαιρετάμε την αγαπημένη μας Βαρβάρα με ένα από τα «ποιητικότερα» κείμενά της, από την εποχή που οι άνθρωποι, στον γενέθλιο τόπο μας, δεν είχαν ρολόγια, αλλά ήξεραν πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος και πόσο σύντομη είναι η ζωή∙ γι΄ αυτό και, πότε πότε, έφερναν τα « παιχνίδια», στον Πλάτανο, την κομπανία του Λιναρδή και του Μπαλάκου, από το Ακράσι, και με την μουσική, τον χορό και το τραγούδι ξεχνούσαν τις πίκρες και τα βάσανα∙ ο χρόνος γύριζε πίσω και η ζωή άρχιζε, ξανά, από την αρχή:
« ποταμέ, τζάνεμ ποταμέ,
Πάρε με στα κύματά σου,
στα στριφογυρίσματά σου,
ποταμέ, τζάνεμ ποταμέ,
στα κύματά σου,
στα στριφογυρίσματά σου,
να΄ ρχονται ξανθιές να πλένουν,
μαυρομάτες να λευκαίνουν».

«Σφυρίζαν τα τρομπόνια, χτυπούσαν τα ξυλάκια, στο σαντούρι. Ο Λιναρδής με το κλαρίνο και ο Μπαλάκος με την πασαβιόλα και το βιολί έβαζαν όλη την τέχνη τους να κρατήσουν το γλέντι. Το Γιωργέλι, το καλύτερο σαντούρι, όταν μερακλωνόταν, έβαζε το πόδι του, στην διπλανή καρέκλα, έγερνε το κορμί, λίγο μπροστά, κι άρχιζε να χτυπά τα τέλια. Η πενιά καθαρή και περίτεχνη, στα καντίνια ∙ γινόταν νταντέλα πλουμιστή κι όλη η κομπανία στα μεγάλα της τα κέφια.
Και τότε, εχ, βάσανα!
Έτρεχε το ούζο, ανάβαν τα κεφάλια, δυνάμωνε ο χορός, οι άντρες έβγαζαν τα σακάκια, ανασκούμπωναν τα μανίκια, το χρήμα έπεφτε στο σαντούρι και οι ώρες κυλούσαν, ώσπου τους έβρισκε το πρωί»!
Δείτε τι κάνουν οι άλλοι!
Η Ελένη Λαμπρίδη του Νίκου και της Έφης (εγγονή του Γιάννη Μυρμίγκου) σε μια επίσκεψη τους στον Μόλυβο, την ώρα που έπιναν καφέ, σκιτσάρισε αυτό που έβλεπε: τον Μόλυβο.
Σκίτσο καταπληκτικό.

Το είδαν οι αρμόδιοι του τουρισμού εκεί και σε ελάχιστο χρόνο το σκίτσο έγινε καρτποστάλ(!)
Η πίσω πλευρά του:

Μετά τα ολόθερμα συγχαρητήρια στην Ελένη και στους δικούς της έρχεται και το ερώτημα: Εμείς, ως Βρίσα ή και ευρύτερη περιοχή, ως τοπική κοινωνία, δεν θα πρέπει να αξιοποιήσουμε τα δικά μας παιδιά ενισχύοντας τα (πρωτίστως ψυχολογικά) αλλά ταυτόχρονα αξιοποιώντας τα ταλέντα και τις δεξιότητές τους για το ευρύτερο κοινωνικό και οικονομικό καλό;
Αλήθεια τί ενθύμια έχει να να πάρει ο επισκέπτης του χωριού και των Βατερών;
Μήπως πρωτοβουλίες -όπως για παράδειγμα το santavateradenexei- μπορούν να προβάλλουν την περιοχή μας αξιοποιώντας τους ανθρώπινους πόρους της περιοχής μας;
Και μήπως θα πρέπει άτομα-και ιδιαίτερα νέοι -της περιοχής μας που έχουν κάποιες δεξιότητες να τις θέσουν στη διάθεση της περιοχής μας και του κοινού καλού απευθυνόμενα σε κάποιον από τους φορείς του;
Ένα όμορφο αντάμωμα όχι μονάχα των χωριανών αλλά και πολλών φίλων του χωριού μας χτες βράδυ στην αυλή του προσωρινού σχολείου μας.
Ο Ιππικός και ο Πολιτιστικός σύλλογος για μια ακόμα χρονιά έδωσαν τη δυνατότητα να βρεθούμε μεταξύ μας και να διακεδάσουμε ή (για πολλούς) να ξεφαντώσουμε.
Το προσάναμμα στο γλέντι ήταν το χορευτικό τμήμα του Πολιτιστικού συλλόγου, το οποίο όχι μόνο είχε μια εξαιρετική παρουσία αλλά στο τέλος παρέσυρε και δεκάδες -για να μην πω εκατοντάδες- άτομα στην πίστα. Ήταν το πρώτο γλέντι που ο χορός άρχισε “με το καλημέρα”. Νωρίτερα η παρέλαση των αλόγων στα Βατερά έδωσε το μήνυμα ότι κάτι καλό και όμορφο θα επακολουθήσει.
Το μελτέμι μπορεί να δημιούργησε μικροπροβλήματα αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπόρεσε να χαλάσει την ατμόσφαιρα.
Ο χώρος αυτός αποδεικνύεται μοναδικός για τη διενέργεια τέτοιων μαζικών εκδηλώσεων. Όλοι λαχταράμε να προλάβουμε να συμμετάσχουμε στο πρώτο γλέντι στον ανακαινισμένο Πλάτανο, αλλά που ο χώρος; Που θα χωρέσουν περισσότερα από 500 άτομα; Και που θα βρεθεί χώρος για τα παιδιά;
Όταν με το καλό -ελπίζουμε- δούμε το καινούριο σχολείο ας διαφυλάξουμε το χώρο του προσωρινού για τις ποικιλότροπες ανάγκες της τοπικής κοινωνίας.
Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στους διοργανωτές συλλόγους και σε όσους κοπίασαν για να προετοιμάσουν αυτήν την υπέροχη βραδιά.
Και του χρόνου!