Ηταν ένα μικρό καράβι.

Από την Κατερίνα Γεωργή

Αφορμή για την δημοσίευση του παρόντος η χρηματοδότηση του δρόμου Σταυρού-Αμπελικού.Τα γεγονότα που περιγράφω συνέβησαν όταν δεν υπήρχε άσφαλτος ούτε έως τον Σταυρό. Μαζί με τις ευχές μου για καλή χρονιά, με το καλό να γίνει ο δρόμος με το καλό και η Βρίσα μας. Και πάλι υγεία αγάπη ειρήνη και χαρά για όλο τον κόσμο.

 

Όταν παντρευτήκαμε με τον άντρα μου σπίτι δικό μας δεν είχαμε.

Οι γονείς μου μου έδωσαν χρήματα, όσα περίπου κόστιζε ένα διαμέρισμα, και εγώ αγόρασα μηχανήματα, για να μην έχω γραμμάτια να με αγχώνουν όπως διατεινόμουν.

Οδοντίατρος το επάγγελμα γάρ.

Αυτοί οι έρμοι βέβαια, το αντίθετο θέλανε, δηλαδή σπίτι, αλλά νικητής με επιχειρήματα του στύλ, θα δουλεύουμε και θα το πάρουμε σιγά σιγά, βγήκα εγώ από την διαμάχη.

Έτσι μέναμε με ενοίκιο σε ένα σπίτι που συγχρόνως ήταν και ιατρείο.

Μια χαρά τα βολεύαμε αλλά το όνειρό μας, βασικά των δικών μου όπως σας είπα, ήταν να αποκτήσουμε δικό μας σπίτι.

Και κάναμε την σχετική μας οικονομία και μαζεύαμε μερικά χρήματα και όσο μαζεύαμε εμείς τόσο ανέβαιναν οι τιμές των σπιτιών.

Έφθασαν να υπέρ διπλασιαστούν μέσα σε δύο χρόνια.

Και έτσι ήταν αυτές; Έτσι και μείς.

Αποφασίσαμε να τις τιμωρήσουμε και να στραφούμε σε ένα άλλο αντικείμενο δικού μας αποκλειστικά ονείρου, δηλαδή ένα αυτοκίνητο.

Αυτό ήταν φθηνότερο, μέσα στις δυνατότητες μας, και έτσι το όνειρο των γονέων για σπίτι ναυάγησε, και μετατέθηκε για άλλες καλύτερες εποχές.

Αρχές του 1974 ήταν όταν το παραγγείλαμε και θα το παίρναμε μετά το καλοκαίρι.

Έτσι είχαν τα πράγματα τότε με τα αυτοκίνητα, δηλαδή αναμονή, αλλά δεν μας πίεζε τίποτα γιατί δεν είμαστε και μαθημένοι.

Και γίνεται τον Ιούλιο το έλα και να δείς, και πέφτει η Χούντα ευτυχώς, γιατί παρ’ ολίγον να γίνει πόλεμος, και αρχές Αυγούστου, μέσα στον ενθουσιασμό της μεταπολίτευσης και της αποφυγής του εν λόγω πολέμου, μας πιάνει μια τρέλα, και αποφασίζουμε να νοικιάσουμε αυτοκίνητο όλο το καλοκαίρι στην Μυτιλήνη που θα πηγαίναμε για διακοπές.

Σε αυτό έπαιξε ρόλο και το ό,τι είχαν περισσέψει χρήματα από την μή αγορά σπιτιού και για να εκπαιδευτούμε. Βασικά ο σύζυγος.

Γιατί εγώ, δεν είχα ιδέα από αυτοκίνητα και οδήγηση.

Ούτε ποδήλατο δεν ήξερα.

Μόνο με τα μουλάρια είχα καλές σχέσεις και εξακολουθώ να έχω, παλιά καβαλώντας τα, και τώρα καμαρώνοντας άλλους να τα καβαλάνε.

Ο δε άντρας μου σαν τους περισσότερους άντρες εκείνης της εποχής είχε μάθει να οδηγεί, χωρίς δίπλωμα βέβαια, στον στρατό.

Κάποια στιγμή όταν απολύθηκε έβγαλε και το δίπλωμα, και το άφησε να κάθεται αφού δεν υπήρχαν χρήματα για αυτοκίνητο.

Είχαν μεσολαβήσει πέντε -έξη χρόνια από τότε και ξαφνικά θα βρισκόμαστε με όχημα νοικιασμένο στο χωριό!!!

Όταν λοιπόν φθάσαμε στα Βατερά τηλεφώνησε στην εταιρία για το αυτοκίνητο και οι άνθρωποι του είπαν, ελάτε κύριε στην Μυτιλήνη να το παραλάβετε.

Εύκολο να το λέτε δύσκολο να το κάνουμε, κύριε.

Πώς να οδηγήσει ο άνθρωπος από την πόλη έως το χωριό χωρίς ένα κάποιο ζέσταμα ένα ξεσκόνισμα γνώσεων προηγουμένως, βρέ αδερφέ;

Και ζητάει να το φέρουν εκείνοι σε μάς, με δική μας επιβάρυνση και βραδάκι νά σου το αυτοκινητάκι κάτω από το σπίτι μας!

Και περιμέναμε πως και πως να ξημερώσει η άλλη μέρα για να ξεκινήσουμε τις βόλτες μας.

Πως λένε όμως, άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων άλλα δε Θεός κελεύει;

Έ κάπως έτσι.

Σηκωνόμαστε το πρωΐ που λέτε, ετοιμαζόμαστε, και αδημονούντες κατεβαίνουμε κάτω συν γυναιξί και τέκνοις, ένα είχαμε τότε, έτοιμοι για βόλτα και…πίττα το ένα λάστιχο.

Και ανοίγει το πόρτ μπαγκάζ ο σύζυγος να βρεί την ρεζέρβα και πουθενά η ρεζέρβα.

Τώρα τί κάνουμε παιδιά;

Ευτυχώς που σκέφτηκε πριν πάρει την εταιρία και γίνουμε διεθνώς ρεζίλι που λένε, και τηλεφώνησε σε ένα ξάδερφο που είχε αυτοκίνητο, και ήρθε ο άνθρωπος και σήκωσε το χαλάκι στο πόρτ μπαγκάζ και εμφανίστηκε ως εκ θαύματος η ρεζέρβα.

Και το γελάσαμε, μήπως είχαμε και χθες αυτοκίνητο, και αλλάξανε με τον σύζυγο το λάστιχο και να μας πάλι έτοιμοι για νέες περιπέτειες!

Τί τόθελα και σκέφτηκα την λέξη περιπέτεια;

Γιατί το απογευματάκι ξανά μανά στολιζόμαστε, μπαίνουμε μέσα και ξεκινάμε….

Και περνάμε κάτω από το σπίτι της θείας Ευστρατίας και την προσκαλούμε για βόλτα, και άλλο που δεν ήθελε, μολονότι μαγείρευε.

Αλλά έσβησε το μάτι, και όπως είπε το μαγείρεμα περιμένει η βόλτα όχι, και έρχεται και η ξαδερφούλα μου η Μάρη η κόρη της, και στο δρόμο βρίσκουμε και την Έλλη την δασκάλα, και πλήρες το αυτοκίνητο από κόσμο και ο κόσμος από ευδαιμονία και κέφι, ξεκινάμε, να πάμε πού παρακαλώ;

Στο Ακράσι!

Σε ένα χωριό, για όσους δεν γνωρίζουν το λέω, που είναι αρκετά μακρυά, από χωματόδρομο, με αυτοκίνητο που δεν ξέραμε καθόλου τα χούγια του, και με την ρεζέρβα.

Αυτά είναι τα άμυαλα και συγχρόνως όμορφα νιάτα όπως λένε μερικοί που αρέσκονται να ωραιοποιούν καταστάσεις.

Τα όμορφα και άμυαλα νιάτα ήταν βασικά ο άντρας μου που θα έπρεπε να ξέρει το εύρος των δυνατοτήτων του στο σωφάρισμα, αλλά τέλος πάντων, γιατί ευθύνη είχαμε και όλοι οι υπόλοιποι, μερικοί εκ των οποίων δεν ήταν και εντελώς…νιάτα.

Με τα τραγούδια μας λοιπόν, με τα γέλια μας, με τις ιστορίες μας, περνούσε η ώρα και τραβούσαμε την ανηφόρα πρός το ορεινό Ακράσι όταν κάποια στιγμή θορυβημένος ο σύζυγος λέει, απευθυνόμενος σε ποιόν επαΐοντα άραγε;

-Παιδιά, ανεβαίνει επικίνδυνα η θερμοκρασία.

Και σταματάμε, και βγαίνουμε όλοι έξω, και ανοίγει το καπό και νομίζω ό,τι μέτρησε το νερό, δόξα τω Θεώ ήξερε που ήταν το τεπόζιτο, και νερό σχεδόν δεν υπήρχε καθόλου, και ευτυχώς είχα πάρει μαζί μου νερό για το μπιμπερό του παιδιού και το βάλαμε στο αυτοκίνητο και συνεχίσαμε για το χωριό που ήταν πολύ κοντά πια, για να δούμε τί θα κάνουμε.

Και φτάνουμε στην πλατεία του, και σταματάμε δίπλα στην βρύση που ευτυχώς υπήρχε εκεί, και φυσικά γίναμε το αντικείμενο ενδιαφέροντος των χωριανών που εκείνα τα χρόνια οι άγνωστοι που το επισκεπτόταν ήταν ελάχιστοι.

Και ανοίγουμε το καπό για να βάλουμε πάλι νερό και εγώ το βάσταγα για να μην κλείσει και έρχεται ένας χωρικός και μου λέει:

-Γιατί βρε κοπέλα μου το κρατάς; Έχει βέργα και το στερεώνεις.

Και την πιάνει ο άνθρωπος και το στερεώνει, και τον ευχαρίστησα, αλλά πέσαν και λίγο τα μούτρα μας που λένε, μολονότι κοιταχτήκαμε και βάλαμε πάλι τα γέλια με την άγνοιά και την ασχετοσύνη μας περί των αυτοκινήτων.

Εκεί διαπιστώσαμε, όχι εμείς αλλά ο χωρικός πάλι, που τελικά αποδείχθηκε ότι δεν ήταν χωρικός χωρικός γιατί έκανε μετανάστης σε Αυστραλία και ήξερε από αυτοκίνητα, ό,τι ήταν τρύπιο το τεπόζιτο του νερού και έσταζε.

Τον ξαναευχαριστήσαμε, το γεμίσαμε καλά, πήραμε και για το μπιμπερό του παιδιού και αποχαιρετήσαμε το όμορφο Ακράσι χωρίς καλά καλά να το δούμε γιατί άρχισε να ψιλό νυχτώνει και μας έζωσαν λίγο τα φίδια, είχαμε και μωρό.

Στο δρόμο η δασκάλα η ´Ελλη για να απασχολήσει την κόρη μου που είχε κουραστεί, ενάμισι χρονών παιδάκι, της έλεγε παιδικά τραγουδάκια και μέσα σε αυτά το “ντίλι ντίλι ντίλι που κένταγε η κόρη το μαντήλι” και το “ήταν ένα μικρό καράβι” που μόνο για παιδικό δεν μου έμοιαζε γιατί κατέληγε στο τέλος, στο…να δούμε ποιός θα φαγωθεί.

Και μια χαρά πηγαίναμε και είχαμε ανακτήσει το κέφι και την ψυχραιμία μας και νά σου την που λένε η κακιά η ώρα.

Πάει να παρακάμψει ο άντρας μου μια κοτρώνα στο δρόμο και ξεφεύγει η ρόδα και πάρτο το μισό αυτοκίνητο στο χαντάκι μέσα.

Άντε όλοι έξω πάλι να σπρώχνουμε να το βγάλουμε και σιγά μην το κουνήσαμε καθόλου.

Το παιδί να κλαίει, ο αντρούλης μου να βρίζει θεούς και δαίμονες, οι υπόλοιποι σε μια παγωμάρα, και εμένα να με πιάσει ένα νευρικό γέλιο, μολονότι όλοι με κοιτάζανε επιτιμητικά, και να μη μπορώ να σταματήσω, γιατί σκεφτόμουν ό,τι ευτυχώς που δεν υπήρχαν λύκοι στα μέρη μας, για να ρίξουμε κλήρο να δούμε ποιός θα φαγωθεί που έλεγε και το τραγούδι καθώς μας…έσκιαζε η φοβέρα και μας πλάκωνε η σκοτεινιά.

Και εκεί που κάναμε συμβούλιο στην ερημιά για το τί μέλλει γενέσθαι, και η προοπτική τού να ξενυχτήσουμε στα βουνά ήταν πρό των πυλών, και μου κοπήκανε και τα γέλια, νά σου ένα φορτηγάκι με τρεις γεροδεμένους άντρες, και σταματούν, βγαίνουν, και το σπρώχνουν το δικό μας, και στο πίτς φυτίλι έξω από το χαντάκι.

Και έτσι αποδεικνύεται η ανωτερότητα του είδους, όχι των οποιονδήποτε αντρών αλλά των γυμνασμένων από την δουλειά αγροτών, και ότι είχαμε όχι έναν, αλλά τρεις άγιους.

Και επίσης αποδεικνύεται ό,τι η πραγματικότητα είναι ανώτερη της φαντασίας με τόσα που μας συνέβησαν σε ένα εικοσιτετράωρο.

Το αυτοκίνητο αντικαταστάθηκε άρον-άρον ευτυχώς την επομένη με άλλο καλύτερο, αλλά οι φίλοι και γνωστοί απεφάνθησαν ό,τι έφταιγε το “κακό μάτι”.

Και μολονότι οι παραινέσεις τους περί ευχελαίου δεν εισακούστηκαν, οι περιπέτειες με το αυτοκίνητο έλαβαν τέλος, και βγάλαμε σώοι και πιό σοφοί το καλοκαίρι όσον αφορά τα τροχοφόρα.

Μάθαμε πρώτον, ότι υπάρχει μια ρεζέρβα κρυμμένη κάτω από το χαλάκι στο πόρτ μπαγκάζ και μια μπάρα για να κρατάει ανοιχτό το καπό, και δεύτερον ότι δεν πάνε με μικρά παιδιά και νοικιασμένο αυτοκίνητο από χωματόδρομους, στο Ακράσι.

Όσο για τον οδηγό και τα υπόλοιπα…νιάτα, ” θου κύριε φυλακή τω στόματί μου”.

Λίαν επιεικώς, άμυαλα, όπως απεφάνθει την επομένη η μαμά μου όταν της διηγηθήκαμε τα κατορθώματά μας.

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στην Ειδήσεις. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.