Από την Κατερίνα Γεωργή

Πνίγουμι θείου, πνίγουμι!

Θυμάμαι καλοκαιρινές Κυριακές των παιδικών μου χρόνων.

Ξενοιασιά, παιχνίδι, ξυπολυσιά στα σοκάκια του χωριού, γιορτινό φαγητό το μεσημέρι αλλά και πρωινό ξύπνημα και εκκλησία.

Εγώ, ο αδερφός μου, και ο ξάδερφος από την Αθήνα, που όμως έμεινε πολλά χρόνια στο χωριό στο σπίτι μας, γιατί στην πόλη είχε πόλεμο ακόμα όπως μου έλεγε η μαμά μου.

Αλλά και όταν τέλειωσε ο πόλεμος και πήγε στους γονείς του, με το που έκλειναν τα σχολεία αμέσως ερχόταν στο χωριό σε μάς.

Δεν μας πολύ άρεσε που σηκωνόμαστε νωρίς την Κυριακή από το κρεββάτι καλοκαιριάτικα, αλλά ο μπαμπάς μου που σε όλα τα θέματα ήταν διαλλακτικός σε αυτό ήταν ανένδοτος.

Ότι ώρα και να κοιμόμαστε αποβραδίς, το πρωί θα πηγαίναμε στην λειτουργία.

Σηκωνόμαστε λοιπόν θέλαμε δεν θέλαμε πίναμε το γάλα μας, βάζαμε τα καλά μας ρούχα, και εμένα μου χτένιζε η μαμά μου τα κοτσιδάκια μου.

Με μία χτένα που είχε πυκνά δόντια, και την βούταγε σε ένα κύπελλο αλουμινένιο με νερό να μην πετάει τρίχα, και τα μάτια μου γεμίζανε δάκρυα από τον πόνο αλλά τι να κάνω που δεν μπορούσα να ξεφύγω.

Και όταν τελείωνε, όλοι μαζί παίρναμε το δρόμο για την εκκλησία.

Το χωριό των παιδικών μου χρόνων έσφυζε από ζωή.

Ο δρόμος ήταν γεμάτος από συγχωριανούς μας, που και αυτοί ντυμένοι με τα σκολιανά τους, τραβάγανε την ανηφόρα.

Και γρήγορα γρήγορα μην “απολύσει” ο παπάς, όπως άκουγα να λένε στα αστεία.

Και δεν είχε και μεγάφωνα τότε για να ακούμε σε ποιό στάδιο βρισκόταν η διαδικασία.

Άντε να μη χάσουμε το ευαγγέλιο, έλεγαν άλλοι.

Πολύ που μας ένοιαζε εμάς τους μικρούς το ευαγγέλιο, αλλά αφού αυτό ήθελε ο μπαμπάς μου που ήταν θρήσκος αλλά όχι θρησκόληπτος, αυτό κάναμε.

Την διαφορά αυτών των δύο εννοιών την έμαθα πολύ αργότερα, γιατί αυτό που ήξερα τότε, ήταν ότι ο μπαμπάς μου ήταν ο πιό γλυκός μπαμπάς του κόσμου, και με αγαπούσε πολύ και μου έκανε όλα τα χατήρια.

Και όταν με ρωτούσαν ποιόν αγαπάς πιό πολύ την μαμά σου ή τον μπαμπά σου, έλεγα πάντα τον μπαμπά μου, και θύμωνε η μαμά μου η Πελαγία.

Δεν το έδειχνε φανερά, ψιλογελούσε κιόλας δήθεν, αλλά εγώ το καταλάβαινα γιατί τα μάτια της σκοτείνιαζαν λίγο.

Νομίζω ότι ζήλευε.

Και για να σας εκμυστηρευτώ και κάτι, μου άρεσε που ζήλευε, γιατί για να ζηλεύει, πάει να πει ότι με αγαπούσε πολύ και εκείνη και ήθελε να την αγαπώ καμία φορά πιό πολύ από τον Στέλιο τον μπαμπά μου.

Και φτάναμε πριν το ευαγγέλιο πάντα, και χωρίζαμε οι άντρες από τις γυναίκες.

Εγώ και η μαμά μου ανεβαίναμε στον γυναικωνίτη, τα αγόρια πηγαίναν στα αριστερά που ήταν των ανδρών και ο μπαμπάς μου στην μέση, πρώτος πρώτος εκεί στο δεσποτικό δίπλα.

Και υποτίθεται ότι παρακολουθούσαμε οι μικροί την ακολουθία, αλλά πιο πολύ χαζεύαμε και το μυαλό μας ταξίδευε αλλού.

Πού αλλού; Στο γυαλό και στο κολύμπι που θα ακολουθούσε.

Και τελείωνε κάποτε η λειτουργία, ατέλειωτη μας φαινόταν, αλλά και το μαρτύριο να καθόμαστε ακίνητοι και αμίλητοι τόση ώρα, παίρναμε το αντίδωρό μας και τρεχάλα για το σπίτι.

Τρεχάλα για να πάμε να αλλάξουμε, να βάλουμε το μαγιώ μας και να πάμε στην θάλασσα, στα Βατερά μας.

Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι που είχαν σπίτι στα Βατερά ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Όλοι οι υπόλοιποι, μικροί μεγάλοι, κατεβαίναμε σίγουρα μια φορά το χρόνο, τα Γιούλια στο μεγάλο πανηγύρι που κατέβαινε όλο το χωριό, και άντε λίγες φορές ακόμα απογεύματα κάτι σαν εκδρομή, οικογενειακώς με φίλους.

Απογεύματα όμως δεν μας άφηναν να μπούμε στην θάλασσα για κολύμπι, για να μην κρυώσουμε.

Και πάντα φωνάζανε μην τυχόν και βραχούν τα ρούχα μας όταν παίζαμε στο κύμα και πάντα φυσικά τα βρέχαμε.

Μετά, όταν η δική μας γενιά μεγάλωσε λίγο, πηγαίναμε συχνά με τα ζώα για κολύμπι.

Όταν όμως ήμαστε πολύ μικροί, ο μπαμπάς μας μολονότι ο ίδιος δεν ήξερε μπάνιο, κάθε Κυριακή μάς έκανε το χατήρι και μας κατέβαζε στην θάλασσα.

Φορούσε ένα μεγάλο καπέλο ψάθινο με ένα λάστιχο στο πηγούνι που του το είχε ράψει η μαμά μου για να μην το παίρνει ο αέρας, και εμείς τέτοια είχαμε εκτός από το δικό μου που είχε κορδέλες, χακί πουκάμισο με μακρυά μανίκια και παντελόνι χακί, και για παπούτσια , αρβύλες.

Χειμώνα καλοκαίρι φορούσε στην εξοχή αρβύλες.

Και πηγαίναμε με τα μουλάρια στα Βατερά και καθόταν ο καυμενούλης μου στην άμμο μέσα στην ζέστη και το μόνο που έβγαζε ήταν οι κάλτσες και αυτά τα άρβυλα.

Και ανασκούμπωνε το παντελόνι και έβαζε τα πόδια του λίγο στο νερό για να δροσιστεί, και μετά καθόταν και μας περίμενε.

Εμείς και οι τρείς ξέραμε πολύ καλό κολύμπι.

Απομακρυνόμαστε από την στεριά αρκετά, κάναμε αγώνες μεταξύ μας, πιό πολύ για να είμαι ειλικρινής τα αγόρια, αλλά ακολουθούσα και εγώ.

Αυτοί κάνανε και βουτιές που σε εμένα δεν αρέσαν καθόλου.

Και έκανα το λάθος να το εκμυστηρευτώ στον ξάδερφο μου.

Αυτό ήταν!

Όποτε δεν ήταν απασχολημένος με τα παιχνίδια που έκανε με τον αδερφό μου και τα άλλα αγόρια, διασκέδαζε βουτώντας με στην θάλασσα.

Και με περίμενε από πάνω μόλις εμφανιζόμουν για να πάρω ανάσα, να με ξαναβουτήξει.

Ήταν ο φόβος και ο τρόμος μου.

Δεν το έκανε ευτυχώς πάντα, αλλά όταν τον έβλεπα από μακρυά να με πλησιάζει όπου φύγει φύγει.

Τώρα θα μου πείτε γιατί δεν το έλεγα στον μπαμπά μου να τον μαλώσει;

Πρώτον δεν μας άρεσε να “ανακατώνουμε” στους μεγάλους και να γινόμαστε “Ιούδες”, δεύτερον δεν ήθελα να καταλάβουν πόσο το φοβόμουνα αυτό το βούτηγμα που για τα περισσότερα παιδιά ήταν σαν παιχνίδι, και τρίτον και σπουδαιότερο αν δεν με έπαιζαν μετά;

Έτσι υπέμενα στωικά φροντίζοντας να τον αποφεύγω.

Η λαχτάρα μου για την θάλασσα ήταν πολύ μεγάλη αλλιώς θα μπορούσα να την είχα μισήσει από τα βουτήματα.

Να φανταστείτε λάτρεψα τον κ. “Ίνκο” που τον λέγανε Νικέλλη στην πραγματικότητα αλλά τον έβρισκες “Ίνκο” , και το άλλο παρανόμι του ήταν και ” κουτούτς” γιατί ήταν κοντός, λίγο χοντρός, και έδειχνε πολύ δυνατός κύριος.

Δε πιστεύω να θύμωσε που σας τα είπα αυτά, να μην μαλώσουμε τώρα, άσε που πέθανε κιόλας.

Ο πολύ καλός που λέτε κύριος “Ίνκος”, κάποτε που είχαν κοκκινίσει τα μάτια μου και ο μπαμπάς μου δεν ήθελε να με πάει στην θάλασσα του είπε έτσι λίγο περίεργα που μιλούσε:

-Ε βλέπς βρε Στέλιο, οι βαρκαροί, οι βαρκαροί, πάντα κότσνα, κότσνα τα μάτια ντους, αλλά γιροί, γιροί, πουλύ γιροί.

Τώρα από αυτό πείστηκε ο μπαμπάς μου και συνεχίσαμε να πηγαίνουμε, ή όχι δεν έχει σημασία.

Εγώ σε αυτό το απέδωσα και πολύ τον αγάπησα τον κ. “Ίνκο”.

Και ένοιωθα και σαν…βαρκαρός που δεν ήξερα τι στο καλό ήταν, αλλά…πουλύ γιρή.

Μια τέτοια Κυριακή λοιπόν σαν όλες τις άλλες, ξεκινήσαμε με τα δυό μας μουλάρια, τα αγόρια σε ένα και εγώ με τον μπαμπά μου στο άλλο για να πάμε στα Βατερά.

Τότε ο κεντρικός δρόμος ήταν αυτός που λέμε τώρα παλιός.

Κατέληγε στο λαγκάδι, δηλαδή πέρναγε από του ” Γιαννακέλ του πγάδ” κατέβαινε μέσα στην ρεματιά με τα ψηλά δέντρα και τα ρουμάνια στους φράχτες των χωραφιών, την σκιά και την δροσιά που έδιναν τα νερά που έτρεχαν άν ήταν “καλή” η χρονιά, πέρναγε από εκεί που είναι σήμερα ο Άγιος Στάθης, και τελείωνε στο καφενείο που είχαν οι αδερφοί Νικέλλη αν δεν κάνω λάθος, και στο τελωνείο .

Εκεί, πάνω από το τελωνείο δέναμε τα μουλάρια στις “αλγαργιές” που υπήρχαν στους “στριφούς” των χωραφιών.

Αυτοκίνητα σπανίως περνούσαν από εκεί, και τα μουλάρια ήταν μέσα στο δρόμο.

Εκείνη την συγκεκριμένη Κυριακή υπήρχαν πολλές βάρκες δεμένες εκεί μπροστά.

Και γδυθήκαμε γρήγορα, και πέσαμε στο νερό, και αρχίσαμε το κολύμπι και τα παιχνίδια και ήταν όλα μια χαρά.

Μια χαρά ώσπου τα αγόρια είχαν την φαεινή ιδέα να ανεβαίνουν σε μία από τις βάρκες που βρισκόταν εκεί, και να βουτούν στην θάλασσα.

Ο μπαμπάς είχε βγάλει τις αρβύλες, είχε βρέξει τα πόδια του, είχε ξαπλώσει, είχε βάλει το καπέλο μπροστά στο πρόσωπό του να μην τον χτυπάει ο ήλιος, και μάλλον τον είχε μισοπάρει ο ύπνος στην αμμουδιά.

Εγώ έπαιζα στην ακροθαλασσιά κάνοντας ” λακδέλια”.

Κάποια στιγμή από τις φωνές, τα γέλια και τον ήχο των βουτιών, ξύπνησε, πήρε είδηση τι κάνανε τα “βλαστάρια” του, σηκώθηκε, πλησίασε, και τους έβαλε δυνατές φωνές να φύγουν από την ξένη βάρκα.

Και πηδάνε όπως όπως οι δικοί σου και μπλέκεται το πόδι του Θοδωρή μας σε κάτι σχοινιά με τα οποία ήταν δεμένες οι βάρκες, φοβήθηκε, άρχισε να βουλιάζει και έβαλε τις φωνές:

-Βοήθεια, πνίγουμι θείου πνίγουμιιιι…..

Και τρέχει ο μπαμπάς μου να τον σώσει, κοντά ήταν άλλως τε, και μπαίνει μέχρι την μέση και συνειδητοποιεί ότι η θάλασσα βαθαίνει απότομα και δεν ξέρει κολύμπι, και απλώνει τα χέρια του και λέει στον Θοδωράκη μας με δήθεν ψύχραιμη φωνή.

-Έλα παλκάρι μ’ , έλα τσι μπουρείς, έλα παλκάρι μ’. Χτύπα τα πουδαρέλια σ’.

Και χτύπησε τα πόδια του και χτύπησε και τα χέρια του και βγήκε ο Θοδωρής μας.

Κίτρινος σαν το φλουρί ήτανε, και νομίζω και μεις δεν πηγαίναμε πίσω.

Κατουρημένοι από τον φόβο μας είμαστε.

Και τον αγκαλιάζαμε, και τον φιλάγαμε, και ο μπαμπάς μου δάκρυσε και το έκρυψε, όμως εγώ τον είδα που σκούπιζε κρυφά τα μάτια του.

Και εγώ ήμουν χαρούμενη που σώθηκε, αλλά και στεναχωρημένη γιατί δεν πνίγηκε λίγο, να τόσο λίγο μόνο, να πιεί πολύ νερό και να τον δείρουνε κιόλας.

Να μάθει αυτός, που όλο να με βουτάει ήξερε.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 2 σχόλια

Από το Σύλλογο σεισμοπαθών

Από τον Ευάγγελο Βαμβακίτη λάβαμε το ποσό των 500 ευρώ δωρεά προς το σύλλογο σεισμοπαθών ΒΡΙΣΑΣ . Ο Βαγγέλης πήρε την πρώτη δόση για ανέγερση και ξεκίνησε.

Τον ευχαριστούμε πολύ

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Flashback: ένας δημογέροντας

Ο Δημήτριος Καραμάνος γεννήθηκε το 1856 στη Βρίσα. Απόκτησε 4 παιδιά.

Είχε μαζί με τον Κωνσταντίνο Ιατρέλλη εμπορικό κατάστημα (δίπλα στη “Λέσχη”), το οποίο “κληρονόμησε” ο γιος του Πάνος.

Ο άλλος γιος του, Γιώργος,  έμεινε στη λεσβιακή βιβλιογραφία γνωστός ως “ιατροφιλόσοφος”. Η δυνατότητα του εικονιζόμενου να σπουδάσει – επί Τουρκοκρατίας-έναν γιο γιατρό δείχνει την οικονομική ευμάρεια του.

Ο ίδιος, ο Δημήτριος, υπογράφει σε προικοσύμφωνο του 1905 ως δημογέροντας.

Πένανε το 1939 σε ηλικία 83 ετών.  Στη διαθήκη του, που συνέταξε λίγο πριν πεθάνει, μεταξύ των άλλων άφησε και 4920 δραχμές στο Δημοτικό σχολείο του χωριού μας.

Δημήτριος Καραμάνος. Φωτογραφικό αρχείο Πάνου Ιατρέλλη.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Από το Σύλλογο σεισμοπαθών

Ευχαριστούμε τον Σύλλογο Φίλων Μουσικής Πολιχνίτου για την δωρεά του ποσού των 150 ευρώ, στον σύλλογο σεισμοπαθών Βρίσας.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Από την Ευαγγελία Πελέκου

Λείψανα της κτηριακής Βρίσας κοντά στην ΕΙΣΑΝΤΕΞ. Θλίψη, απογοήτευση και πολλά ερωτηματικά!!!

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 5 σχόλια

Άποψη σχετικά με την προώθηση των προβλημάτων μας

Διαβάσαμε στην ανάρτηση του Συλλόγου της Αθήνας:

Οι τοπικοί φορείς στη Βρίσα συναποφάσισαν το καλοκαίρι να διοργανώσουν συγκεντρωσεις για να καταγράψουν και να προωθήσουν όλα τα ζητήματα που έχουν προκύψει εξαιτίας του σεισμού.

Βέβαια στα παραπάνω διατυπώνεται από πολλούς η ένσταση: γιατί δεν έκαναν τη συγκέντρωση το καλοκαίρι, τον Δεκαπενταύγουστο,  στα Βατερά που ήταν όλοι εκεί; Δεν θα κολλήσουμε σ’ αυτό.

Γεγονός είναι ότι από το τέλος Ιουλίου η πολιτεία μας έχει εγκαταλείψει. Έχουν περάσει περισσότεροι από δυο μήνες και με τις διαδικασίες που προβλέπουν οι σχετικές ΚΥΑ για τους σεισμοπαθείς στη Λέσβο δεν ασχολείται (σχεδόν) κανένας! Προσέλαβαν 80 συμβασιούχους μηχανικούς στη ΔΑΕΦΚ και τους έρριξαν μαζί με κάποιους από τους 35 (!) μόνιμους που έχει στην Ανατολική Αττική. Οι υπόλοιποι απ’ τους τριάντα πέντε πρέπει να ασχοληθούν με όλα τα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας που έπαθαν καταστροφές (Λέσβο, Κω, Μάνδρα) στα οποία ο “Ζορμπάς” πρόσθεσε και καινούρια.

Που θα πάνε και με ποιους θα ασχοληθούν; Όπου τους πουν οι πολιτικοί προϊστάμενοι, οι οποίοι αποφασίζουν με βάση τις ψήφους και την πίεση. Ποιοι ασκούν πίεση; Τα ΜΜΕ, οι βουλευτές (πρωταρχικά της συμπολίτευσης) με ερωτήσεις στη Βουλή και συναντήσεις  με τους υπουργούς. Από κοντά η τοπική αυτοδιοίκηση. Δήμοι και Περιφέρειες.

Όλοι αυτοί για την Αττική, Δυτική (Μάνδρα) και Ανατολική (Μάτι) ασκούν πολύ μεγάλη πίεση. Και φυσικά έχουν …προτεραιότητα.

Εμείς, ξυπόλητοι στ’ αγκάθια, με δυο αδύναμους συλλόγους, αγκομαχούμε εδώ και βδομάδες να κλείσουμε ένα ραντεβού (με υπηρεσιακό παράγοντα μου είπαν) για να προωθήσουμε όλα τα προβλήματα! Το άκρον άωτο της αισιοδοξίας! Τουλάχιστον με τον ίδιο τον υπουργό ας γίνει η συνάντηση για να δεσμευτεί άμεσα. Ο/Η υπηρεσιακός παράγοντας θα λέει “ναι θα το μεταφέρω στον υπουργό”

Υπάρχει όμως και μια άλλη οπτική γωνία. Γιατί θα πρέπει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε να τα προωθήσουν οι σύλλογοι (άιντε και το τοπικό συμβούλιο μαζί); Δεν ανήκουμε στο Δήμο Λέσβου; Ακούσατε να ασχοληθεί κανένας Δήμαρχος ή αντιδήμαρχος με τα προβλήματά μας; Γιατί να μην ζητήσει συνάντηση  ο ίδιος ο Δήμαρχος με τον υπουργό και να θέσει τα προβλήματα που αντιμετωπιζουν οι δημότες του (και όχι μόνο οι βρισαγώτες); Γιατί να μην βγουν στα αθηναϊκά κανάλια ο Δήμαρχος και η Περιφερειάρχης για να απαιτήσουν την προώθηση λύσεων για τα προβλήματά μας.

Που είναι οι βουλευτές μας (με πρώτον τον κυβερνητικό που έχει τις διασυνδέσεις); Ποιες ερωτήσεις κατέθεσαν για το ότι μας εγκατέλειψε η ΔΑΕΦΚ;

Μήπως οι σύλλογοι εκτός απ’ τη συνάντηση με τον υπουργό ή τον εκπρόσωπό του θα πρέπει να ζητήσουν συναντήσεις με όλους τους μεγαλοδημοσιογράφους των καναλιών (λέσβιους και μη) και να ζητήσουν την προώθηση μέσα απ’ τη δημοσιοποίηση των αιτημάτων μας; Κάποιοι απ’ αυτούς προτίθενται να είναι υποψήφιοι στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Ευκαιρία τους δίνουμε να νοιαστούν για τους μελλοντικούς ψηφοφόρους τους.

Με όλα τα παραπάνω ασκείται πίεση. Και μόνο η πίεση μπορείνα φέρει αποτέλεσμα.

Γιατί το μέλλον είναι αβέβαιο. “Κομός στη γλώσσα μου”, που έλεγε και η γιαγιά μου, αλλά οι φυσικές καταστροφές είναι σίγουρο ότι θα συμβαίνουν και οι λιγοστοί υπάλληλοι της ΔΑΕΦΚ θα τρέχουν και δεν θα προλαβαίνουν (πάντα όμως υπερπηδόντας τη Βρίσα).

Και μια πρόταση: Έχουν περάσει σχεδόν 4 μήνες από την κατεδάφιση σπιτιού και ακόμα δεν έχει  παραληφθεί βεβαίωση του μηχανικού της ΔΑΕΦΚ ότι έγινε η κατεδάφιση μέχρι “φυσικού εδάφους”, η οποία αποτελεί απαραίτητο δικαιολογητικό για την υποβολή της αίτησης χορήγησης της στεγαστικής συνδρομής. Αφού δεν έχουν προσωπικό, αφού τρέχουν και δεν προλαβαίνουν, γιατί δεν απλοποιούν τα πράγματα. Υπογράφει υπεύθυνη δήλωση ο ιδιοκτήτης ότι έγινε η κατεδάφιση μέχρι φυσικού εδάφους. Υπογράφει ίδια υπεύθυνη δήλωση ο ιδιώτης μηχανικός. Ας αρκεστούν σ’ αυτές και αν διαπιστώσουν ότι κάποιοι δήλωσαν ψευδώς ας εφαρμόσουν ότι προβλέπει ο νόμος για τις ψευδείς υπεύθυνες δηλώσεις. Θα γλιτώσουν και από τα εξοδα των μηχανικών της ΔΑΕΦΚ που μετακινούνται γι’ αυτό το σκοπό.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 8 σχόλια

Συμβαίνουν κι αυτά

Διαβάσαμε:

Η ΚΙΒΩΤΟΣ Μυτιλήνης ενημερώθηκε ότι χθες 1η Οκτωβρίου 2018 και περί ώρα 19:00, κάτοικος της περιοχής Βατερών Λέσβου, επιστρέφοντας στην οικία του, βρήκε δολοφονημένο το ιδιόκτητο σκυλί του.

Το άτυχο σκυλί ουσιαστικά ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ εν ψυχρώ, καθώς βρέθηκε πυροβολημένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ενώ ήταν δεμένο με το σκοινί του δίπλα στο σπιτάκι του , εντός του κήπου του ιδιοκτήτη του.

Έχει ήδη γίνει μήνυση κατά αγνώστων στο Α.Τ. Πολιχνίτου. Εάν γνωρίζετε ο,τιδήποτε σχετικά με το περιστατικό, παρακαλούμε επικοινωνήστε με την ΚΙΒΩΤΟ Μυτιλήνης ώστε να καταφέρουμε να λογοδοτήσουν οι δολοφόνοι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 5 σχόλια

Κηδεία στην Αθήνα

Έφυγε από τη ζωή η Βάσω Βαλτζή, στην Αθήνα όπου ζούσε με την κόρη της.

Η κηδεία της θα γίνει αύριο Πέμπτη στις 2.00 η ώρα στο νεκροταφείο του Βύρωνα.

Ολόθερμα συλλυπητήρια στα παιδιά, τα εγγόνια της και σ’ όλους τους συγγενείς της.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Ευχές

Ο Βαγγέλλης Βαμβακίτης, που ήδη πληρώθηκε την πρώτη δόση  για την ανακατασκευή του σπιτιού του, εύχεται σε όλους τους χωριανούς να έρθει σύντομα η ώρα της έναρξης των εργασιών ανακατασκευής ή επισκευής των σπιτιών τους.

Τις ευχές του αυτές συνόδευσε με ένα μικρό δώρο προς όλους μέσα από το σύλλογο σεισμοπαθών στον οποίο πρόσφερε το ποσό των 500€.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 9 σχόλια

Για τη θεατρική ομάδα της Βιβλιοθήκης

Καλούνται τα παιδιά που συμμετείχαν στην θεατρική παράσταση της Βιβλιοθήκης του περασμένου Ιουνίου να συγκεντρωθούν το ερχόμενο Σάββατο 6 Οκτωβρίου στις 4.00 το απόγευμα  στο κοντέινερ στα Βατερά για μια πρώτη συζήτηση με τις υπεύθυνες του προγράμματος.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε