Ενημέρωση από τον ιερέα

Ο ιερέας του χωριού μας κάνει γνωστό ότι  όλες οι λειτουργίες θα γίνουν στον άγιο Ευστάθιο μέχρι και την παραμονή των Φώτων.

Η λειτουργία των Φώτων θα γίνει στη Ζωοδόχο Πηγή στο χωριό, για περισσότερο χώρο, μιας και δεν επιτρέπονται λειτουργίες σε ύπαιθρο.                                      

  Καλές γιορτές!

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Μια αξιέπαινη προσπάθεια

Από το Σύλλογο της Αθήνας

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 2 σχόλια

Καιρικές συνθήκες

Τα φετινά Χριστούγεννα στα Βατερά συνοδεύτηκαν από πολύ δυνατή νοτιά και συννεφιά με μικρά διαλείμματα ηλιοφάνειας. Η θερμοκρασία πολύ υψηλή (ήδη στις 8.00 περίπου το απόγευμα είναι 18 βαθμοί) αλλά η δυνατή και υγρή νοτιά είναι η αιτία που την νιώθεις χαμηλότερη.

Στατιστικά

Κατά τα δέκα προηγούμενα χρόνια στα πέντε (2012, 13, 14, 15 και 17) είχαμε τα Χριστούγεννα πολύ καλό καιρό με λιακάδα, μπουνάτσα και ψηλή θερμοκρασία που προκαλούσε αρκετούς χειμερινούς κολυμβητές.

Συννεφιά με ψιλόβροχο είχαμε το 2010 και το 2018 ενώ πέρσι είχαμε συννεφιά χωρίς βροχή.

Τέλος δυο χρονιές (2011 και 16) είχαμε παγωνιές. Στην πρώτη περίπτωση με άπνοια και πολύ κεράι και στη δεύτερη με “φονικό” βοριά.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Χαράς ευαγγέλια για τους κυνηγούς!

Από σήμερα επιτράπηκε το κυνήγι και η ερασιτεχνική αλιεία.

Από τις 5.00 έως τις 22.00 επιτρέπονται οι μετακινήσεις των πολιτών για την εξυπηρέτηση ζωτικών, προσωπικών ή επαγγελματικών αναγκών τους που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με άλλον τρόπο και οι οποίες επιτρέπονται συγκεκριμένα για τους ακόλουθους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους:

ιζ) Μετακίνηση κυνηγών ή αλιέων για την άσκηση θήρας / αλιείας υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

ιζα) Η εν λόγω μετακίνηση πραγματοποιείται αποκλειστικά εντός της οικείας Περιφερειακής Ενότητας, ή εξαιρετικά στην περίπτωση της Αττικής εντός των ορίων της Περιφέρειας,

ιζβ) συμμετοχή μέχρι και δύο (2) ατόμων κυνηγών/αλιέων για λόγους ασφαλείας,

ιζγ) εφαρμογή όλων των μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης δραστηριότητας.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 4 σχόλια

Χριστουγεννιάτικα πορτοκάλια

Χριστουγεννιάτικα πορτοκάλια

Ήταν κάπου κει στα 1962. Δέκα χρονώ ο μικρός, είκοσι ο μεγάλος και ανάμεσα ακόμα δυο. Τέσσερα παιδιά, όλα αρσενικά. Ο πατέρας και η μάνα μέσα στη φτώχεια λαχταρούσαν και προσπαθούσαν να δουν τα παιδιά τους να απολαμβάνουν μια καλύτερη ζωή.

Έτρεχε ο ιδρώτας ποτάμι του μπάρμπα Κώστα σαν έριχνε τα πευκόξυλα στο «κιορχάνι» στο καμίνι, όπου φλιτζάνια και πιάτα αποζητούσαν δυνατές φωτιές για το ψήσιμό τους. Οχτώ μεροκάματα τη βδομάδα. Εφτά μέρες και μια νύχτα.

Πέντε άντρες κι ένα σπιτικό είχε για να ταΐσει, να ντύσει, να πλύνει, να υφάνει, να πλέξει, να «ξωμίσει», να μπαλώσει η Μυρσινιό της Μελαχροινής. Στιγμή δεν ανάσαινε!

Κι οι δυο τους το είχαν μεράκι: με μέτρο και σύνεση (με τον διαβήτη καθώς μονολογούσαν) να τα βγάλουν πέρα, να κάνουν τα παιδιά τους «ανθρώπους». Ο μεγάλος τέλειωνε την Παιδαγωγική Ακαδημία της Μυτιλήνης. Όταν, πριν δυο χρόνια, είχε τελειώσει το Γυμνάσιο είχε πει στον πατέρα : «Αν δώσω στη Φυσικομαθηματική θα περάσω» «Το ξέρω γιε μου αλλά ακολουθούν ακόμα τρεις. Εγώ δεν θέλω τον έναν γραμματιζούμενο και τον άλλο εργάτη. Πήγαινε στην Ακαδημία που είναι κοντά μας και έχει ο Θεός». Και πήγε!

Μπορεί τα ρούχα να ήταν μπαλωμένα, μα ποτέ σχισμένα. Μπορεί η όψη να ήταν φτωχική μα ποτέ βρώμικη. Μα τα παπούτσια; Αχ αυτά τα άτιμα τα παπούτσια! Του μικρού ιδιαίτερα, που ήταν –έλεγαν- πιο ζωηρός κάθε τόσο τρυπούσαν, κάθε τόσο ήθελαν τον τσαγκάρη. Τον μάλωναν σαν έλεγε ότι πάλι τρύπησαν τα παπούτσια του. Γι αυτό το απόφευγε. Κι ήρθε η παραμονή των Χριστουγέννων κι η κυρά Μυρσινιό πήρε πέντε ζευγάρια παπούτσια -τα δικά της που έβαζε μόνο την Κυριακή ήταν εντάξει- να καθαρίσει και να βάψει για να πάει η οικογένεια το πρωί στην εκκλησία. Μα σαν πήρε στα χέρια της τα παπούτσια του μικρού, έφριξε. Ξεχαρβαλωμένα! Τέτοια μέρα, τέτοια ώρα, τι θα κάνουμε.    Όλα περνούσαν απ’ το μυαλό της εκτός απ’ το να μην πάει στην εκκλησία, τέτοια μέρα που θα ξημέρωνε. Όταν άνοιξε η πόρτα και γύρισε ο πατέρας απ’ το καφενείο, έχοντας στη τσέπη του –όπως κάθε μέρα – ένα λουκούμι τυλιγμένο στο χαρτί –το κέρδος απ’ το «Γκράνκο» (είδος παιχνιδιού με τράπουλα)- για να το μοιραστούν μετά το φαγητό όσα από τα παιδιά ήταν παρόντα, του έδειξε τα παπούτσια κι αυτός χωρίς κουβέντες έψαξε και βρήκε καρφιά και σπάγκο και τσακοράφα και σουβλί και τα συμμάζεψε με την προτροπή μονάχα«καλό είναι να προσέχεις και να μην χαλάς τα παπούτσια σου αλλά αν χαλάσουν να το λες αμέσως. Τι θα λένε όσοι σε βλέπουν  με τρύπια παπούτσια!»

Μόλις πριν δυο μέρες παίζοντας ο  μικρός στο μαχαλά με τα παιδιά άκουσε την κυρά Ρηνιώ, τη γυναίκα ενός «προύχοντα» του χωριού να τον καλεί όταν σκοτείνιαζε να περάσει απ’ το σπίτι της. Πήγε και αφού τον κέρασε μια μακαρόνα του έδειξε ένα μπόγο: «πάρτο αυτό και πήγαινέ το στο σπίτι σας. Είναι ρούχα». Ο μικρός τα ‘χασε. Ένοιωσε παράξενα. Πώς να πάρει τέτοια ελεημοσύνη; Δεν του πήγαινε η καρδιά του. Το θεωρούσε προσβολή.«Καλά παιδί μου αν δεν θέλεις, άστα» Στο σπίτι είπε τα καθέκαστα και την επομένη με συνοδεία του πατέρα ξαναπήγε στο σπίτι της κυρά Ρηνιώς. «Κυρά Ρηνιώ,  μου είπε ο μικρός για τα ρούχα. Ξέρεις τα παιδιά μου είναι φτωχά αλλά είναι περήφανα. Αν δεν τα έδωσες αλλού μπορούμε να τα πάρουμε.» Και τα πήρε ο μικρός στον ώμο και έφυγε. Ίσα ίσα που κατάφερνε να τα σηκώσει.

Την προηγούμενη μέρα στο σπίτι είχε έρθει, για τους δυο μικρούς, διπλή χαρά. Ο Χαράλαμπος ο Καπτανής, ο ταχυδρόμος, είχε γυρίσει από την Αθήνα και μαζί με τα καλάθια που γεμάτα με λογής-λογής καλούδια είχαν στείλει οι Αθηναίοι στους δικούς τους στο χωριό – η οικογένεια δεν είχε- είχε φέρει και «χοιρνό» (το άσπρο λίπος του χοιρινού), που στα κάρβουνα της «γωνιάς» αλλά και παστωμένο  στο λιομάζωμα είχε θεϊκή γεύση,  και πορτοκάλια. Και ο πατέρας είχε φέρει στο σπίτι λίγα κομμάτια «χοιρνό» και 10 με 15 κομμάτια πορτοκάλια.

Τι χαρά όταν είδαν τα πορτοκάλια. Τι χαρά! Μόνο τέτοια μέρα υπήρχε η πολυτέλεια να μπουν στο σπίτι πορτοκάλια. Αμέσως έπεσαν και οι δυο με τα μούτρα! Όχι για να φάνε, αλλά για να τα στολίσουν! Πάνω στον «πκαρή» και πάνω στην «σκουθέσ΄ι». Ανάμεσα στα πράγματα που υπήρχαν τοποθετούσαν τα πορτοκάλια με προσοχή και όσο γίνονταν με συμμετρία. Α ναι, ένα τοποθετούσαν και κάτω απ’ το Χριστουγεννιάτικο δέντρο –μια πευκαρούδα από την Παναγιούδα, στολισμένη με μπόλικο μπαμπάκι και λιγοστές «φούσκες» (μπαλόνια). Απολάμβαναν το άρωμα και την όψη τους. Τα Χριστούγεννα θα έκοβαν το πρώτο και θα μοιράζονταν τις «μοίρες» όλοι. Συνήθως ο πατέρας δεν ήθελε, γιατί τάχα του πονούσε το στομάχι! Καταναλώνονταν σιγά σιγά μέχρι να βγει ο χειμώνας, γιατί το πορτοκάλι ήταν και φάρμακο στον άρρωστο. Όταν τέλειωναν τα πορτοκάλια γύριζαν στο συνηθισμένο «φρούτο» του χειμώνα. Το πασπαλισμένο με ζάχαρη εσωτερικό της λεμονόκουπας, αν τύχαινε να βρεθεί στο σπίτι λεμόνι, μιας και το λεμόντουζο (κρυσταλλωμένο κιτρικό οξύ) ήταν πολύ πιο φτηνό.  

Σε δώδεκα χρόνια από τις μέρες εκείνες, ξημερώνοντας Χριστούγεννα το 1974, ο μπάρμπα Κώστας έφυγε μέσα στο κρύο δωμάτιο της εντατικής στο Ιπποκράτειο, ύστερα μια απλή επέμβαση προστάτη.

Δεν ξεχνιούνται τα χριστουγεννιάτικα πορτοκάλια, μα προπαντός δεν ξεχνιέται ο μπάρμπα Κώστας.    Δεν ξεχνιέται ούτε και η συμβουλή του, όταν γυρίζοντας, καταχαρούμενος, με τον μικρό στο χωριό, με τα πόδια, απ’ το Γυμνάσιο Πολιχνίτου- όπου του είχαν δώσει τον έλεγχο με τους καλούς βαθμούς του μικρού  και το βραβείο απ’ την έκθεση της Αποταμίευσης- του είπε:  Γιε μου δεν ξέρω τη δουλειά θα κάνεις στη ζωή σου, αλλά ότι και να κάνεις μη ξεχνάς να βοηθάς όσο μπορείς, όποιον έχει μεγαλύτερη ανάγκη από σένα.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | 6 σχόλια

Στη μνήμη Μυρσίνης Γ. Καλατζή

Στη μνήμη της Μυρσίνης, της οποίας σήμερα συμπληρώνονται σαράντα μέρες από το θάνατο της, ανώνυμος (Τ.Α.) πρόσφερε στη Βιβλιοθήκη του χωριού μας το ποσό των 20€.

Η Βιβλιοθήκη ευχαριστεί.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Χριστούγεννα!

Χριστούγεννα, αλλιώτικα απ’ τ’ άλλα.

Χριστούγεννα για τα παιδιά είναι η προσμονή και για τους ενήλικες η ανάμνηση. Η ανάμνηση των παιδικών τους χρόνων. Και για τους υπερήλικες οι πολλαπλές αναμνήσεις εικόνων, γεγονότων, προσώπων, αισθημάτων άλλοτε με χαρά και άλλοτε με δάκρυ.

Προσαρμοζόμενοι στις συνθήκες της πανδημίας ας θυμηθούμε με τη συντροφιά γλυκόηχων ασμάτων.

Το απολυτίκιο της ημέρας “Η γέννησίς σου…”

Το κοντάκιο “Η παρθένος σήμερον…”

Τα κάλαντα

Τον μικρό τυμπανιστή και την άγια νύχτα

Χιόνια στο καμπαναριό

https://www.youtube.com/watch?v=ERrOrPh90TM

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ

στη ΧΡΙΣΤΙΝΑ, το ΧΡΗΣΤΟ, την ΕΜΜΑΝΟΥΕΛΛΑ, τον ΜΑΝΩΛΗ,

σε όσους άλλους γιορτάζουν και σε όλο τον κόσμο

με πρώτους τους απανταχού Βρισαγώτες!!!

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Καλές γιορτές!

Η Βιβλιοθήκη Βρίσας εύχεται στα μέλη της, στα παιδιά που συμμετέχουν στις δραστηριότητές της, στους φίλους της και σ’ όλο τον κόσμο:

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Χριστουγεννιάτικο διήγημα

Από την Κατερίνα Γεωργή

Παραμονή Χριστουγέννων 

Παραμονή Χριστουγέννων. Η φωτιά στο τζάκι άναβε δυνατά. Μια τεράστια καμπανούστρα υπήρχε συνέχεια με φόβο να πάρει φωτιά ο πκαρής. Μεγάλα χοντρά ξερά ξύλα και από πάνω τα χλωρά με τους χυμούς τους να τρέχουν και να βγάζουν μικρές φουσκαλίστες στο κάτω μέρος τους τραγουδούσαν το δικό τους τραγούδι. Κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά, έλεγε η γιαγιά Ουρανία που είχε έρθει στο διωγμό από απέναντι με τον άντρα της και το γιό της τον Παναγή και μιλούσε ωραία τα ελληνικά. Στη μέση του δωματίου υπήρχε το μαγκάλι γεμάτο με κάρβουνα από την φωτιά, για επί πλέον θέρμανση, και από κάτω του κοιμόταν ο γάτος ο Πειρατής. Τον έλεγαν έτσι γιατί ήταν ολόασπρος και μόνο στο δεξί του μάτι είχε μια μαύρη βούλα. Το Ουρανιώ και το Χριστινιώ τα δυο κοριτσάκια της οικογένειας με κολλημένες τις μυτούλες τους στο τζάμι προσπαθούσαν να δουν από την λάμπα του δρόμου τις μικρές νιφάδες χιονιού που έπεφταν από τον ουρανό. 

-Γρήγουρα ήρθι φέτους του κρύου, σιγομουρμούρισε η μάνα τους η Θεραπεία. Θεραπεία όνομα και πράγμα. Χειροπράκτισσα δασκαλεμένη από την πεθερά της που και αυτή τα είχε μάθει από μια Τουρκάλα στην Σμύρνη πριν την καταστροφή και τώρα γέρασε και δεν μπορούσε πια να το κάνει, άξια νοικοκυρά μάνα και σύντροφος. Καπετάνισσα, μεταφορικά, με τα όλα της. Θηλυκό και αντρογυναίκα πρώτη και καλύτερη στο σπίτι και στο χωράφι. Πάντα δίπλα στον άντρα της στα εύκολα και στα δύσκολα.

-Τυχιρός γω που σι πήρα, ούλα τα θιραπεύγς συ, της έλεγε ο Πανάγος ο άντρας της πολλές φορές για να την πειράξει και να την καλοπιάσει. 

Από νωρίς είχαν λουστεί και αλλάξει εσώρουχα όλοι τους φέρνοντας την σκάφη στην κουζίνα και τώρα οι μικρές περίμεναν τον πατέρα τους να γυρίσει από τον καφενέ να τον καληνυχτίσουν για να παν για ύπνο. Χαράματα άρχιζε η λειτουργία ανήμερα των Χριστουγέννων. Καθόλου δεν ήθελαν οι μικρές να αφήσουν την ζέστη και να πάνε στο πάνω πάτωμα με τα παγωμένα δωμάτια και στρωσίδια αφού η μόνη θέρμανση ήταν η γωνιά με τα ξύλα στην κουζίνα του σπιτιού. Εκεί που γινόταν όλη η λάτρα, εκεί που υπήρχε η μόνη λάμπα και ένα λυχνάρι για να βλέπουν. Όλη την νύχτα ήταν κολλημένες η μια με την άλλη και ποτέ δεν ζεσταινόταν. Κουρασμένες σηκωνόταν κάθε πρωί και πιασμένες αφού τα στρωσίδια ήταν πολλά και βαριά αλλά δεν μπορούσαν να τις ζεστάνουν, και μάζευαν τα γόνατα τους τυλιγμένα μέσα στο νυχτικό και τα έφταναν διπλωμένα μέχρι το σαγόνι τους. 

Την Ουρανιώ και το Χριστινιώ κατά την μάνα τους, Χριστίν και Ουράν όπως τις έλεγαν τα παιδιά στο σχολείο, Ουρανίτσα και Χριστινούλα κατά την μανή τους την Σμυρνιά που τις έδινε χίλιες ευχές όταν της πήγαιναν ότι καλό μαγείρευε η Θεραπεία, και Ουρανία και Χριστίνα κατά τον πατέρα τους, η Θεραπεία τις γιόρταζε ανήμερα των Χριστουγέννων και τις δύο. Το Χριστινιώ από τον Χριστό και το Ουρανιώ γιατί λέει εκείνη την μέρα άνοιγαν οι ουρανοί και κατέβαιναν οι άγγελοι στην γη. 

Άμα ήταν στα καλά της η Θεραπεία τις έπαιρνε αγκαλιά και τις έλεγε και καμιά φορά «αγγιλέλια» της που ήρθαν από τον Παράδεισο να κάνουν παράδεισο την δική της ζωή. Αυτό όμως γινόταν σπάνια γιατί πάντα κάτι είχε να κάνει στο σπίτι ή στα χωράφια, στα ζώα, στις κότες και στα χειροπρακτικά της και όταν καθόταν υποτίθεται να ξεκουραστεί κάτι θα έπλεκε ή θα καρίκωνε ή θα έραβε. Πολλές οι δουλειές στο χωριό και όλα περνούσαν από τα χέρια της. Είχε να φροντίσει και την πεθερά της που γέρασε πια και ήταν ανήμπορη αλλά ό,τι της έκανε το έκανε με χαρά γιατί ήταν χρυσή γυναίκα και την αγαπούσε πολύ. Ορφανή από μάνα ήταν από πολύ μικρή η Θεραπεία και η πεθερά της τής δίδαξε όλα όσα ήξερε τώρα. Την αγαπούσε, την σεβόταν, και την τιμούσε πολύ.

Βιαζόταν οι μικρές να ξημερώσει για να παν στην εκκλησία να κοινωνήσουν και να βάλουν τα καινούργια παπούτσια που τους είχε φτιάξει ο νονός της Χριστινούλας που ήταν τσαγγάρης στο χωριό τους. Ο μαστρο Νικόλας με το όνομα που από νωρίς τούς είχε πάρει μέτρα βάζοντας τες να πατήσουν γερά σε ένα χαρτόνι και με το μολύβι έκανε γύρω γύρω το περίγραμμα της πατούσας τους. Πάντα τα έκανε λίγο πιο μεγάλα για να τους χωράνε και αργότερα, απλά έβαζαν πάτους στην αρχή και λίγο μπαμπάκι μπροστά στα δάχτυλα για να μην τους μπαινοβγαίνουν. Θα παίρναν και το ρεγάλο τους από τον πατέρα και την μάνα για την γιορτή τους και που θα φιλούσαν το χέρι τους ζητώντας να τις συγχωρέσουν για όλες τις σκανταλιές και τις ανυπακουές τους. Της γιαγιάς και των νονών τα είχαν φιλήσει ήδη νωρίς νωρίς το μεσημέρι.

Θα έλεγαν τα κάλαντα με τις φίλες τους στο χωριό, θα έτρωγαν το καλό φαγητό μετά από τρεις μέρες νηστεία αλλά και κουραμπιέδες και μακαρόνες που ήταν έτοιμα από το πρωί στολισμένα στην μεγάλη πιατέλα στο τραπέζι της καλής κάμαρας αλλά απαγορευόταν να τα αγγίξουν μέχρι αύριο. 

Και ενώ περίμεναν μισονυσταγμένες να έρθει ο πατέρας τους από τον καφενέ ένα χτύπημα σιγανό ακούστηκε στην πόρτα τους. Ίσα που το κατάλαβαν. Κοιτάχτηκαν με την μάνα τους απορημένες. Ποιός να ήταν τέτοια ώρα και με τέτοιο παλιόκαιρο;

Βγήκε στο μικρό χαγιάτι η Θεραπεία και άνοιξε την πόρτα διστακτικά. Ένας παγωμένος αέρας μπήκε μέσα μαζί με μια καμπουρίτσα γιαγιά σκεπασμένη με ένα σάλι με γυμνά πόδια με ένα ζευγάρι τσόκαρα και ένα καλάθι στο χέρι της.

-Άχου μι τα τσόκαρα ήρτι, ψυθίρισε το Χριστινιώ στην αδερφή της αλλά μια άγρια ματιά της Θεραπείας την έκανε να σωπάσει.

-Καλώς την θεια Βαγγιλιώ είπε η μάνα, έλα μέσα να ζισταθείς.

-Καλησπέρα, να λίγα χουρταρέλια σας έφιρα.

-Άχου κυρά Βαγγιλιώ τι να τα κάνου Χριστουγινιάτκα τα χουρτάρια; Είνι τσι πουλλά.

-Πάρτα να χαρείς τα πιθαμένα σ’, είπε η γριά και έβαλε τα κλάματα.

-Τι είνι θεια Βαγγιλιώ γιατί κλαις;

-Να η Λεν είνι μια βδουμάδα που έφγι κόρη μ’ μι τουν Λιφτέρ’ τς Λένκους να παν για δλειά στου Λισβόρ που έχ’ φτος κάτ’ πλούσιους συγγινείς τσι ινώ είπι πους θα νέρτ ντ’ παραμονή τα Κστούγιννα ακόμα δένι φάντσι.

  • Λένη ήταν η κόρη της κυρά Βαγγελιώς χήρα με πέντε παιδιά. Τώρα τραβιόταν με ένα χωριανό τους, τον Λευτέρη, και τα μωρά τα είχε παρατήσει στη μάνα της για να πάει για μεροκάματο σε ένα κοντινό χωριό με το δικό τους, το Λισβόρι.

-Μ’ έφτουν τουν ανιπρόκουπου που έμπλιξι δε θα δει χαΐρ τσι προυκουπή,  είπε η Θεραπεία κάνοντας ένα μορφασμό δυσαρέσκειας.

-Θα τουν στρώσ’ λέγ’ φτη στη δλειά.

-Μακάρ. Αλλά ανιπρόκουπους είνι τσι δε πρόκειτι να αλλάξ’ να μι ζπαθάς τσόλιας που του λέγου.

-Του ίδιου λέγου τσι γω αλλά δεν ακού κανέναν του Λεν άμα βάλ’ κάτ’ στου τσιφάλ τ’,  είπε η γριά και ξανάβαλε τα κλάματα.

-Έλα μη κλαις τώρα. Κάτσι να αδειάσουμε τα χουρτάρια.

Η γριά έβαλε πιο δυνατά κλάματα.

-Είνι να μη κλαίου ω Θιραπεία; Τίπουτα δεν έχου να μαγειρέψου για τα μουρά αύριου. Μόνου γάλα αυγά τσι χουρτάρια έχου στου σπίτ’. Είνι όμους Κστούγιννα. Τι να πω στα μουρέλια έδιας που μι λουγιάζουν;

-Όξου απί δώ. Πάναγια μ’, είπε η μάνα.

Βγήκε γρήγορα γρήγορα από το δωμάτιο και πήγε στο κατώνι. Όταν γύρισε κρατούσε μια καλαθάρα και άδειασε μέσα τα χόρτα. Ξαναέφυγε και γύρισε με ένα μεγάλο κομμάτι κρέας από τον μνούχο τους, το τύλιξε καλά με χασαπόχαρτο που είχε πάντα στο ντουλάπι τους, το έβαλε στο καλάθι και μετά πήρε δυο πακέτα μακαρόνια «Αραπάκι», πατάτες, ένα σακούλι ρύζι, σύκα, και σε μια καστανιά έβαλε μακαρόνες  και κουραμπιέδες.

-Άχου, ψυθίρισε πάλι το Χριστινιώ μεις ακόμα δε δουκιμάσαμι τσι τα δίν’ στ’ γριά.

-Σκασμός. Θα φας αύριο που θα έχ’ς μιταλάβ’, της απάντησε μέσα από τα δόντια η μάνα της.

Μετά άνοιξε ένα κουτί που ήταν πάνω στην κουφέση έβγαλε ένα χιλιοδιπλωμένο κατοστάρικο και το έχωσε με τρόπο κρυφά από τις μικρές στην τσέπη της κυρα Βαγγελιώς που είχε σηκωθεί από το σκαμνί που καθόταν δίπλα στην φωτιά. Τα μάζευε αυτά τα λεφτά από τα αυγά που πούλαγε στον μπακάλη για να αγοράσει μπαμπακούλες να ‘φάνι προικιά για τις κόρες της κι ας ήταν ακόμα μικρές.

Κατουστάρκου τ’ δώτσι του είδα γω, κότσνου ήνταν , ψυθίρισε πολύ σιγά πάλι το Χριστινιώ που δεν άφηνε από τα μάτια της κάθε κίνηση, για να μην την ακούσει η μάνα της. 

-Τα καλά του Αβραάμ τσι του Ισαάκ να σας δίν’ ου μιγαλουδύναμους.

Χώμα να πιάνιτι τσι χρυσάφ’ να γίνιτι, είπε η κυρά Βαγγελιώ σκουπίζοντας τα μάτια της που έλαμπαν τώρα από χαρά.

-Έλα θεια  Βαγγιλιώ δεν έκανα τίπουτα μέρις που είνι. Τσι να μη στιναχουριέσι, θα νέρτ του Λεν. Μπουρεί να έχ’ χίλια ξούρια να είνι αγύριστου τσιφάλ αλλά είνι καλή μάνα. Μπουρείς να του σκώχς του καλάθ’ ή να σι βουηθήσου να του πας;

-Μπουρώ μπουρώ, χίλια φχαριστώ κόρη μ’.

Βγαίνοντας να φύγει η κυρά Βαγγελιώ κάτι θυμήθηκε πάλι η Θεραπεία.

-Πιρίμινι ένα λεφτό θειά, της είπε.

Ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα για τον πάνω όροφο και σε λίγο κατέβηκε κάτω κρατώντας μια μπατανία που μύριζε ναφθαλίνη.

-Τ’πιθιρού μ’ ήνταν αλλά πάλιουσι τώρα τσι δε τ’ φουρί πια ου Πανάγους. Σκεπάσου ντην μη παγώχς, είπε. Άντι καληνύχτα τσι τ’ χρόν. Τσι να μη στιναχουριέσι τσι κλαις. Μη σι βλέπουν έδιας τα μουρά.

-Χίλια φχαριστώ κόρη μ’ ου Θιός να σας δίν’ ούλα τα καλά, είπε η γριά κουκουλωμένη με το παλιό παλτό. 

-Άντι έπιασι τόπου, σιγοψυθίρισε η Θεραπεία.

Όταν μπήκε μέσα οι μικρές καθόταν αμίλητες και την κοίταζαν.

Το ύφος της ήταν συννεφιασμένο και τα μάτια της δακρυσμένα. 

-Δόξα του Θιό τίποτα δε μας λείπ’. Άτιμου πράμμα η ουρφάνια, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της, και γυρίζοντας προς τις κόρες, τα μάτια σας δικατέσσιρα, τσιμουδιά σι κανέναν απ’ ότ’ είδατι τσι ακούσατι σήμιρα, τους είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση και κουβέντα.

Εκείνη την ώρα ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα και μπήκε μέσα ο Πανάγος. Η μάνα τον πήρε παράμερα στο χαγιάτι και του είπε με λίγα λόγια τι έγινε.

Οι μικρές περίμεναν με αγωνία να δουν τι θα έλεγε ο πατέρας. Θα την μάλωνε άραγε τη μάνα τους που έδωσε τόσα πράγματα στην ξένη γυναίκα; Είχαν αγωνία και φοβόταν λίγο. Ακόμα και την μπατανία του παππού έδωσε σκεφτόταν η Χριστινούλα. Την αγαπούσε ο πατέρας αυτήν την παλιά μπατανία γιατί ήταν του πατέρα του που είχε πεθάνει, από την Σμύρνη την είχε φέρει, και δεν άφηνε τη μάνα να την πετάξει κι ας γκρίνιαζε αυτή γιατί της έπιανε το χώρο στην ντουλάπα. Μια είχανε όλη και όλη. Όχι ότι είχαν πολλά ρούχα να βάλουν μέσα αλλά ήταν και τέσσερα άτομα.

Ο Πανάγος δεν μίλησε εκείνη τη στιγμή αλλά όταν τον φίλησαν για καληνύχτα τις κοίταξε με αγάπη στα μάτια και τους είπε.

-Άντι μουρέλια μ’καλά Χριστούγεννα να έχουμε. Γιροί τσι αγαπμέν’ να είμαστι πάντα. Σήμιρα οι αγγέλ κατιβήκαν πιο νουρίς απ’ τουν ουρανό. Τουν ένα απί φτους τουν λεν Θιραπεία.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε

Ψυχολογία για όλους

Διαβάσαμε στο Emprosnet:

Τα Προγράμματα Ψυχικής Υγείας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και ο Δήμος Δυτικής Λέσβου διοργανώνουν ένα μοριοδοτούμενο επιμορφωτικό πρόγραμμα που απευθύνεται σε όλους τους δημότες και έχει ως σκοπό να τους μυήσει στον κόσμο της Ψυχολογίας.

Ο τίτλος του προγράμματος είναι «Ψυχολογία για Όλους», η διάρκεια του είναι δωδεκάμηνη και ο τρόπος διδασκαλίας μεικτός: Ο κάθε δημότης μελετά μόνος του το πλούσιο ψηφιακό υλικό, το οποίο αναρτάται σε πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης ή αποστέλλεται με email, ενώ προβλέπονται δώδεκα δίωρες (μια κάθε μήνα) συναντήσεις στην ψηφιακή πλατφόρμα zoom, κατά την οποία θα υπάρχει ζωντανή αλληλεπίδραση με τον εκάστοτε διδάσκοντα.

Μοριοδότηση

Το πρόγραμμα μοριοδοτείται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για ορισμένες ειδικότητες (πχ εκπαιδευτικούς) ενώ αποδίδει σε όλους Ευρωπαϊκές Πιστωτικές Μονάδες Επαγγελματικής Κατάρτισης ECVET (22,5).

Λόγω της συνεργασίας με το Δήμο Δυτικής Λέσβου τα ετήσια δίδακτρα είναι 100 ευρώ σε δύο δόσεις (αντί 250 ευρώ) .

Εγγραφές

Οι εγγραφές θα γίνονται μέχρι την 31η Ιανουαρίου του 2021 και τα μαθήματα θα ξεκινήσουν 1 Φεβρουαρίου 2021.

Μπορείτε να μελετήσετε αναλυτικά την προκήρυξη στον παρακάτω σύνδεσμο

https://bit.ly/380Cmy1

Τηλεφωνικές πληροφορίες μπορείτε να λαμβάνετε από τα τηλέφωνα:

Δήμος Δυτικής Λέσβου: Υπεύθυνη Προγράμματος Βασιλική Παπασταύρου 22533-50202

Πανεπιστήμιο Αιγαίου – Προγράμματα Ψυχικής Υγείας: 2251036520, 2251036580, 2251045006

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στη Ειδήσεις | Σχολιάστε