Έτσι λέγαμε στη γειτονιά μας την πρόσφυγα Σαπφώ Διαμαντίδη. Έμενε στο ακραίο προς τη Λαγκάδα σπιτάκι του χωριού μας. Μητέρα τριών γιων, με πιο γνωστούς στο χωριό το Νίκο και το Βασιλάκη, αλλά και τον Λάμπρο. Καλοσυνάτη γυναίκα και πάντα φιλική προς τα παιδιά μας αντάμοιβε με “φούσκες” (μπαλόνια) όταν πηγαίναμε να της πούμε τα κάλαντα.
Μου τη θύμισε η διπλανή φωτογραφία που είδα στο σπίτι της Μαρίας Κατσιγίνη-Καραΐσκου.
Ας είναι αναπαυμένη κι αυτή και οι γιοι της.
Υ.Γ. Ο Νίκος ήταν ο άνθρωπος που ξενυχτούσε τους νεκρούς σε κάθε σπίτι. Συνέχεια έλεγε ιστορίες με τον μοναδικό αφηγηματικό τρόπο που είχε και του οποίου οι εύθυμες ριπές τάραζαν την καταθλιπτική ατμόσφαιρα της βραδιάς. Ο ίδιος, τραβώντας τα βράδια για το σπίτι τους, κάθονταν με τις γυναίκες της ακραίας γειτονιάς της Αγίας Παρασκευής που “έκαναν γειτονιό” έξω απ’ το σπίτι του Π. Γομόπουλου και αρχινούσε τις ιστορίες αλλά και τις …φιλοσοφίες. Συνηθισμένη του κουβέντα: “αντί να ευχαριστούμε το Θεό που μας άφησε τόσα χρόνια και ζούμε, εμείς είμαστε όλο γρίνια και κακία!!!”
Ο Βασίλης τα τελευταία χρόνια ζούσε μόνος του στο χωριό μας, στο σπίτι τους και πέθανε μόνος και αβοήθητος μάλλον από το πολύ κρύο. Τον βρήκαμε (με αστυνομικούς) νεκρό στο κρεββάτι του σε μια προσπάθεια να σηκωθεί με την ασφάλεια του ηλεκτρικού πεσμένη και την ηλεκτρική σόμπα σβηστή μια παγερή νύχτα του χειμώνα πριν από αρκετά χρόνια.
Ο Λάμπρος έζησε βασικά στην Αθήνα όπου εκτός των άλλων είχε άριστες σχέσεις και με τον …”παππά”!!!










