Οι τρεις μεγάλες θεομηνίες στο νησί μας τον 19ο αιώνα

Στην εισαγωγή ενός διηγήματος (τα μενεξεδάκια της Φρόσως) του Πέλις Άβετ (ψευδώνυμο του Πρόδρομου Αναγνώστου, γνωστού καιως Παπαπρόδρομου) από την Αγία Παρασκευή που έγραψε το 1919, αναφέρονται μερικές πληροφορίες για τις τρεις πολύ μεγάλες καταστροφές που σημειώθηκαν στο νησί μας τον 19ο αιώνα. Αυτές ήταν:

1. Μια επιδημία πανώλης το 1836 απ’ την οποία πέθαναν 25.000 άνθρωποι στο νησί.

2. Ένας μεγάλος σεισμός που έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 1867

3. Μια υπερβολική παγωνιά στις 12 Ιανουαρίου του 1850 η οποία είναι γνωστή ως το “Μεγάλο κάι”.

Ο συγγραφέας τις πληροφορίες τις έχει πάρει από τον πατέρα του ο οποίος τις έζησε και τις τρεις. Σύμφωνα με τον συγγραφέα η χειρότερη απ’ όλες ήταν η τελευταία, το “Μεγάλο κάι”.

Να πως περιγράφει ο συγγραφέας το “Μεγάλο κάι” αφού αναφέρει ότι εκείνο το χειμώνα η θερμικρασία ήταν πολύ υψηλή με αποτέλεσμα κάποια  δέντρα να ανθίσουν από τον Νοέμβριο και τα άλλα να ανεβάσουν χυμούς μέσα στο καταχείμωνο. Στις έντεκα Ιανουαρίου το βράδυ άρχισε η μεταβολή και το κρύο έγινε τσουχτερό. Ξημέρωσε η δωδεκάτη του μήνα. Ο ήλιος που βγήκε ήταν κατακκόκινος και θαμπός δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν μια σφαίρα γεμάτη αίμα. Αμέσως ο ουρανός άρχισε να μαυρίζει. Σύνεφα πελώρια και μουντά κάλυψαν τον ήλιο και τον ουρανό και σκόρπισαν σ’ όλο το νησί μαύρο και σιωπηλό σκοτάδι που προξενούσε μια φρίκη στους ανθρώπους. Το ψύχος ολοένα και μεγάλωνε. Οι άνθρωποι χωρίς να ξέρουν κι αυτοί το γιατί άρχισαν να επιστρέφουν απ’ τα χωράφια στα σπίτια τους τρομοκρατημένοι. Αυτό που τους έκανε να δειλιάσουν ακόμα περισσότερο ήταν ότι κατά τις 10 το πρωί όλα τα ζώα που ήταν στα χωράφια, βόδια, γαϊδούρια, κατσίκες κ.λ.π., έφυγαν και γύρισαν στο χωριό και σταμάτησαν μπροστά στις πόρτες των αφεντικών τους και με γοερές κραυγές ζητούσαν καταφύγιο μέσα.  Το κρύο όλο και πλήθαινε. Το φως της μέρας έγινε σαν ένα αιώνιο μούχρωμα. Το μεσημέρι στις ακρογιαλιές η θάλασσα “έβραζε” δηλαδή έβγαζε ατμούς. Πουλί πετάμενο δεν υπήρχε στον αέρα και τα περισσότερα απ’ αυτά ήταν ήδη πεθαμένα απ’ την παγωνιά. Οι ώρες περνούσαν με αγωνία που προξενούσε θανάσιμη οδύνη στους ανθρώπους οι οποίοι άρχισαν να προαισθάνονται  κάποια  πολύ μεγάλη συμφορά. Στις δύο η ώρα μετά το μεσημέρι τα θερμόμετρα έδειχνς 13-15 βαθμούς κάτω απ’ το μηδέν. Το χώμα έρχισε να αναποδογυρίζει ώστε να φαίνονται οι ρίζες των φυτών. Τότε άρχισαν να ακούγονται απ’ όλα τα χωράφια κρότοι  ελαφροί μα απαίσιοι που δεν προμηνούσαν τίποτα καλό. “Πατ, πατ” ακουστήκανε από παντού. Αυτό ήταν! Η καταστροφή είχε γίνει! Πανωλεθρία!!! Οι κρότοι αφείλονταν στο σχίσιμο των φλοιών των δέντρων εξαιτίας του πολύ χυμού που είχαν ανεβάσει. Τα αποτελέσματα ήταν τρομακτικά!!! Όλα τα δέντρα του νησιού, τα λουλούδια, η κάθε βλάστησηκαταστράφηκαν. Όλα τα λιόδεντρα νεκρά, τα ζώα πεθαμένα! Άνθρωποι που δεν είχαν γυρίσει στα σπίτια τους βρέθηκαν στα χωράφια πεθαμένοι. Και οι υπόλοιποι στη μαύρη δυστυχία. Δουλειά πουθενά. Οι προεστοί αποφάσισαν  να μην γίνονται για ένα χρόνο γιορτές και πανηγύρια, να μην δίνονται δώρα και να μη φοράνε οι άνθρωποι τα καλά τους ρούχα! Άνθρωποι πλούσιοι βρέθηκαν πάμπτωχοι. Οι πλούσιες κυράδες έγιναν εργάτριες, τα κορίτσια όλα παρακόρες στη ξενητιά.  Μεγ’άλο μέρος του πληθυσμού του νησιού έφυγε. Άλλοι στα απέναντι παράλια, αλλά και στα ενδότερα της Ανατολής,  άλλοι στην Πόλη, άλλοι στην Αίγυπτο. και οι περισσότεροι δεν γύρισαν ξανά

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στην Ειδήσεις. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.