Πολλοί απ’ τους καλοκαιρινούς επισκέπτες του τόπου μας ενδιαφέρονται, εκτός από τη θάλασσα, και για τον περιβάλλοντα χώρο των οικισμών μας, τον φυσικό πλούτο, την εξέλιξή του, αλλά και τα χνάρια παλιάς ζωής. Όσα περισσότερα γνωρίζουμε εμείς οι “γηγενείς” τόσο περισσότερες και έγκυρες πληροφορίες μπορούμε να τους δίνουμε. Συμβολή στη γνώση αυτή και τα παρακάτω.
Εικόνες του τόπου μας πριν 500 χρόνια!
1548. Πεντακόσια περίπου χρόνια πριν. Η περιοχή μας, η ευρύτερη περιοχή της Βρίσας, βρίσκονταν μαζί με όλο νησί κάτω απ’ τον τουρκικό ζυγό για 86 χρόνια (1462 κυριεύτηκε το νησί από τους Τούρκους), δηλαδή για τρεις περίπου γενιές. Είναι πιθανό κάποιοι υπερήλικες χωριανοί μας τότε να θυμούνταν τους Γατελούζους, να θυμούνταν τη δόξα και το μεγαλείο του πύργου τους, του σημερινού Παλιόπυργου.
Αυτοί οι πρόγονοί μας ζούσαν εδώ, στον όμορφο τόπο που ζούμε κι εμείς σήμερα, στη Βρίσα (Virsa). Είχαμε όμως και τη Βρίσα της Λαγκάδας (Langada Virsa) Το ίδιο όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό μας θυμίζει …αποικία! Η Βρίσα, εδώ που είναι σήμερα, γεννήθηκε από την Άκρα Βρίσα του Αγίου Φωκά και τη μεταγενέστερη Βρίσα των εκβολών του Αλμυροπόταμου. Για διάφορους λόγους, ένας απ’ τους οποίους είναι οπωσδήποτε το εύφορο έδαφος, δημιουργήθηκε απ’ τους κατοίκους της Βρίσας και η Βρίσα της Λαγκάδας. Λίγο πιο πάνω όμως, στα υψώματα ανατολικά των δυο αυτών χωριών υπήρχε μια άλλη ευημερούσα οικιστική μονάδα, η Νιγίδα (Eyida).
Και ο κάμπος που εκτείνεται στους ποτάμιους σχηματισμούς, αυτών του Αλμυροπόταμου και του χείμαρρου της Λαγκάδας, δεν φιλοξενούσε κανένα οικισμό; Εκεί όπου δέσποζε ο Παλιόπυργος, μέσα σε λιγότερο από ένα αιώνα αλλαγής της σκυτάλης εξουσίας στο νησί, είχε χαθεί κάθε οικιστικό μόρφωμα; Είναι πολύ δύσκολο να το αποδεχτούμε. Για δυο οικισμούς που αναφέρονται στα φορολογικά κατάστιχα του τουρκικού κράτους εκείνης της εποχής δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα η θέση τους. Πιστεύουμε ότι βρίσκονταν κοντά μας. Το Anyohor, ένα μικρός οικισμός, ανήκε μαζί με τη Βρίσα στο ίδιο «τιμάριο», την ίδια φορολογική μονάδα του τουρκικού κράτους. Επομένως είναι πολύ πιθανό να ήταν γειτονικός οικισμός της Βρίσας. Στα Λιβάδια; Στο Δαξάρι; Σε κάποια απ’ τις περιοχές που έχουν βρεθεί οικιστικά ίχνη. Ένας άλλος οικισμός που λέγονταν Petra Nikola ή Rongolita ανήκε στο ίδιο τιμάριο με το Πολιχνίτο και είναι πιθανό να βρίσκονταν κοντά στον Παλιόπυργο. Θεωρούμε αφύσικο ο Παλιόπυργος να μην είχε κοντά του κάποιον οικισμό. Που έμεναν όλοι όσοι δούλευαν στα κτήματα των Γατελούζων στρατιωτικών; Εξάλλου η σημερινή αγροτική (πολιχνιάτικη) τοποθεσία «Παλιοχώρι», κοντά στον Παλιόπυργο, επιβεβαιώνει το συλλογισμό.
Από τους πέντε αυτούς οικισμούς μεγαλύτερο πληθυσμό είχε η Βρίσα της Λαγκάδας με 122 οικογένειες χριστιανών και 3 μωαμεθανών. Η Βρίσα είχε 92 οικογένειες ελλήνων και 2 τούρκων. Το χωριό Petra Nikola ή Rongolita είχε 66 οικογένειες, όλες χριστιανικές, η Νιγίδα είχε 24 ελληνικές και 1 τουρκική ενώ το Αnyohor είχε μόλις 11 χριστιανικές οικογένειες. Γίνεται φανερό ότι οι Τούρκοι δεν είχαν εγκατασταθεί ακόμα σε μεγάλο βαθμό στα μέρη μας.
Από τα χωριά αυτά της περιοχής μας το πιο πλούσιο (με βάση τους φόρους που πλήρωνε σε σχέση με τον πληθυσμό του) ήταν η Νιγίδα, και ακολουθούσε η Βρίσα, ενώ τα άλλα τρία είχαν αρκετά χαμηλότερο μέσο οικογενειακό εισόδημα. Πάντως όλα τα χωριά αυτά ήταν αρκετά φτωχότερα απ’ τα χωριά που υπήρχαν στην περιοχή της πεδιάδας του Κόλπου Καλλονής (απ’ τη σημερινή Σκάλα Πολιχνίτου μέχρι την Αχλαδερή).
Πως παράγονταν ο πλούτος των χωριών μας ή αλλιώς με τι ασχολούνταν οι εν δυνάμει πρόγονοί μας; Σχεδόν αποκλειστικά με τη γεωργία και λιγότερο με την δασοκομία και την κτηνοτροφία. Κύρια προϊόντα τα δημητριακά και το κρασί. Ας φανταστούμε λοιπόν την περιοχή μας με ελάχιστους ελιώνες και με μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις που εκτείνονταν όχι μόνο εκεί όπου τώρα υπάρχουν τα λιοτόπια αλλά και εκεί όπου σήμερα υπάρχουν τα πευκοδάση.
Πιο ειδικά για κάθε οικισμό:
Η «πλούσια» Νιγίδα παρήγε κυρίως σιτάρι και κρασί. Αυτά τα δυο προϊόντα έδιναν αρκετά περισσότερο απ’ το μισό εισόδημα των κατοίκων. Ακολουθούσαν με σημαντικά μικρότερη παραγωγή το κριθάρι, ο βίκος, τα κουκιά, το λινάρι, το λάδι και το βαμβάκι. Επίσης καλλιεργούσαν σε μικροποσότητες ρεβίθια, βρώμη, μπαχτσέδες ενώ ασχολούνταν με τις μέλισσες και τους μεταξοσκώληκες.
Στη Βρίσα το σιτάρι και το κριθάρι έδιναν το μισό εισόδημα στους κατοίκους ενώ το κρασί ήταν βέβαια σημαντικό προϊόν αλλά σε μικρότερο βαθμό. Εδώ οι ελιές και το λάδι ήταν πιο σημαντικά προϊόντα σε σχέση με τα άλλα χωριά αλλά και πάλι ασήμαντα σε σχέση με τα δημητριακά. Επίσης σημαντικό έσοδο για τον τούρκικο κορβανά ήταν τα πρόστιμα για τις παραβάσεις στη βόσκηση των ζώων. (μας έχει μείνει από τότε η συνήθεια!) Τέλος στη Βρίσα υπήρχαν και έσοδα από την αλιεία!
Στη Βρίσα της Λαγκάδας επίσης το σιτάρι και το κρασί υπερκάλυπταν το μισό του εισοδήματος των κατοίκων της. Το κρασί ήταν ιδιαίτερα σημαντικό προϊόν εδώ. Ακολουθούσαν σε αξία παραγωγής το κριθάρι, το λινάρι, το λάδι, τα κουκιά και το βαμβάκι. Να σημειωθεί ότι στη Βρίσα της Λαγκάδας παράγονταν επίσης σύκα, αμύγδαλα, βαλανίδια, κηπευτικά, κρεμμύδια, πίσσα (από τα πεύκα) και μετάξι.
Στο Petra Nikola το κυρίαρχο σιτάρι ακολουθούσαν τα κουκιά! Το κρασί ήταν πιο λιγοστό. Τα έσοδα του κράτους απ’ το κρασί ήταν λιγότερα απ’ ότι εισέπραττε απ’ τα …παραπτώματα των ζώων.
Στο μικρό Anyohor κυρίαρχο προϊόν ήταν το σιτάρι και (στο ένα δέκατο της αξίας του) ακολουθούσαν το κριθάρι, το λινάρι και το λάδι. Υποβαθμισμένη η παραγωγή κρασιού (ίσης αξίας με αυτή των κουκιών).
Σημειώνουμε ότι πίσσα από τα πεύκα παράγονταν μονάχα στη Βρίσα και στην συνονόματή της, της Λαγκάδας. Τα άλλα μικρότερα χωριά προφανώς δεν είχαν κοντά τους εκτεταμένα πευκοδάση. Αυτό από πρώτη άποψη μας ξενίζει από την εικόνα της σημερινής Νιγίδας, για παράδειγμα. Από τότε μέχρι σήμερα όμως πόσες καλλιεργήσιμες εκτάσεις έχουν μετατραπεί σε δάση;
Φόρος εισπράττονταν και απ’ τους γάμους. Διαπιστώνεται ότι τη χρονιά εκείνη (1548) στο μικρό Anyohor δεν είχε γίνει κανένας γάμος ενώ απ’ τα υπόλοιπα χωριά οι περισσότεροι (αναλογικά με τον πληθυσμό) είχαν γίνει στην «πλούσια» Νιγίδα.
Στη Βρίσα υπήρχαν 8 μύλοι (για τις ελιές ή τα δημητριακά), στη Βρίσα της Λαγκάδας 4 και στη Petra Nikola 3.
Αν κάποιος κατάφερνε να γυρίσει το χρόνο πίσω και να βρεθεί στα χωριά αυτά το 1548 και φώναζε τα πιο συνηθισμένα σήμερα ονόματα στα μέρη μας, όπως Στρατής και Μυρσίνη, κανένας δεν θα του απαντούσε. Αντίθετα Γιάννης, Γιώργος, Κώστας, Μανώλης, Δημήτρης, Μιχάλης και πολλά άλλα επίσης συνηθισμένα σημερινά ονόματα υπήρχαν και τότε σε μεγάλη συχνότητα.
Στη Βρίσα εκείνης της εποχής κανένας Ταξείδης, κανένας, Καλατζής, κανένας Νικέλλης! Τα επώνυμα εκείνης της περιόδου ήταν συνήθως (αλλά όχι πάντα) τα ονόματα των πατεράδων. Έτσι συναντούμε ονοματεπώνυμα που αποτελούνται από δυο «μικρά» ονόματα (όπως σήμερα έχουμε Νίκος Κώστας) Yani Dimitri, Manol Yani, Mihal Yorgi, Yorgi Manol κ.λ.π.
Τόσο στα «μικρά» ονόματα όσο και στα επίθετα υπήρχαν τα χνάρια της Βυζαντινής και της Γατελούζικης παρουσίας στα μέρη μας. Τέτοια ονόματα ήταν Komnino, Duka, Laskari κ.ά. βυζαντινά και Franca, Domeniko, Loyizo κ.ά. Λατινικά. Τέτοια Λατινογενή ονόματα συναντούμε σε μεγαλύτερη αναλογία στον οικισμό Petra Nikola.
Βρισκόμαστε στα μέσα του 16ου αιώνα. Σε μια εποχή που έχουν επικρατήσει στον Ελλαδικό (ή ορθότερα και πληρέστερα στον Βυζαντινό χώρο) κατά κράτος οι Οθωμανοί αλλά που κάθε άλλο παρά ειρηνική μπορεί να θεωρηθεί. Είναι μια περίοδος ανακατατάξεων. Σε λιγότερο από είκοσι χρόνια (το 1567) με βάση μητροπολιτικό κώδικα το χωριό Αιγίδα (Νιγίδα) δεν υπάρχει! («Το χωριό μου η Βρίσα Λέσβου» Κ. Τσέλεκα) Σε κάποια τέρμινα μέσα χάθηκε η Νιγίδα, χάθηκε το Anyohor, χάθηκε η Rongolita, χάθηκε και η μια Βρίσα! Και έτσι στην περιοχή μας απόμεινε μονάχα η Βρίσα, η Βρίσα απ’ την οποία καταγόμαστε και στην οποία ζούμε ή ερχόμαστε!
Σημ. 1: Οι βασικές παραπάνω πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Η Λέσβος του 16ου αιώνα» του Κωνσταντίνου Καμπουρίδη στο οποίο υπάρχουν και αναλύονται τα τουρκικά φορολογικά κατάστιχα του 1548.
Σημ. 2: Η Νιγίδα από τα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα (που έχουν διασωθεί, υπάρχουν και μεταφράστηκαν τελευταία) φαίνεται ότι ήταν ένα μικρό χωριό που ευημερούσε. Αντίθετα ο αείμνηστος δάσκαλος Κ. Τσέλεκας στο βιβλίο του, με αφετηρία την ετυμολογία του ονόματος «Αιγίδα», θεωρεί ότι η Νιγίδα ήταν ένα κατσικοχώρι, που συνειρμικά μας παραπέμπει σε ένα «φτωχοχώρι». Τα φορολογικά δεδομένα όμως που παρουσιάστηκαν είναι επικρατέστερα και συμφωνούν με το εύφορο και με πολλά νερά έδαφος ακόμα και σήμερα στην περιοχή της Νιγίδας.
