Από την Κατερίνα Γεωργή
Η αβάσταχτη μοναξιά των γηρατειών
Κι άλλο καρναβάλι στην τηλεόραση.
Πολλοί χαρούμενοι άνθρωποι.
Κι αυτή μόνη, χωρίς να μπορεί να χαρεί με την χαρά τους.
Δεν υπήρχαν κελιά ούτε σιδερόφρακτα παράθυρα.
Μόνο μοναξιά και ανημπόρια.
Φυλακισμένη των αποστάσεων.
Φυλακισμένη των γηρατειών.
Ένοιωθε σαν μυγάκι στην εξωτερική πλευρά του τζαμιού.
Μικρό και ασήμαντο.
Κι αυτή, χωρίς κανέναν στη ζωή της.
Μόνη σαν καλαμιά στον κάμπο.
Μόνη σαν απαρατήρητο μυγάκι στο έξω μέρος του τζαμιού,
που κανείς δεν νοιάζεται αν θα ζήσει ή θα χαθεί στο πρώτο φύσημα του αγέρα.
Ούτε καν αν υπάρχει.
Χρυσό πάπλωμα, όπως λέγαν οι παλιοί, ο θάνατος για κείνη.
Μόνο αυτό τής έμενε, κι ας μην έμεινε κανείς για να την κλάψει.
Και τα όνειρα της.
Να μπορούσε λέει, να γινόταν ένα θαύμα και όλα να γίνουν σαν και πριν.
Να γινόμαστε πάλι νέοι και σημαντικοί.
Ακόμα και το δέρμα μας να έχει την ίδια παλιά λάμψη σα να σταμάτησε η ζωή.
Σαν τη κοιμωμένη βασιλοπούλα του παραμυθιού.
Και όλα αυτά τα χρόνια να είναι σαν να μην ήρθαν, σα να μην πέρασαν.
Σα να κοιμηθήκαμε και ξυπνήσαμε στο πριν.
Στα νεανικά μας χρόνια.
Για να χτίσουμε καινούργιες αναμνήσεις.
Καλύτερες από τις σημερινές.
Μακρυά από λαχτάρες, αγωνίες, και πίκρες.
Μακρυά από τις απώλειες.
Μακρυά από τη μοναξιά.
Μακρυά από το θάνατο της κάθε μέρας.
Μόνο με την πείρα και την γνώση τού σήμερα.
Για να αποφύγουμε λάθη.
Για να ξέρουμε πώς να ζήσουμε.
Πώς να χαρούμε την κάθε στιγμή.
Πώς να γιορτάσουμε με αγαπημένους.
Με αυτούς που μέλλει να χαθούν.
Όσο τους έχουμε δίπλα μας.
Όσο μάς έχουν δίπλα τους.
Να τους αγκαλιάζουμε.
Να τους λέμε πόσο τους αγαπούμε.
Μακρυά από μικρότητες και εγωισμούς.
Να το ζούμε με όλο μας το είναι το καρναβάλι της ζωής.
Χωρίς μάσκες.
Μόνο με την «αβάσταχτη ελαφρότητα της νιότης».
Αλλά δεν υπάρχει γεφύρι να διασχίσεις για να πας στην αρχή.
Η ζωή είναι σαν τα ποτάμια .
Τρέχουν και δεν γυρίζουν πίσω.
Μικρά μυγάκια και εμείς, στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Και ο θάνατος να καιροφυλακτεί.
Πονάει ο θάνατος; Διερωτήθηκε.
Όχι, όχι δεν πονάει.
Είναι σαν μια ατέλειωτη νύχτα.
Ένας βαθύς ύπνος χωρίς όνειρα.
Χωρίς εφιάλτες.
Σαν άχρονη γαλήνη.
Κάτι σαν τέλος.
Ή μήπως σαν αρχή, λέει από μέσα της γελώντας.
Θυμάται τους στίχους από ένα τραγούδι.
«Στου ονείρου την αγκάλη, εκεί θα συναντηθούμε….»
Μια τεράστια νοσταλγία την πλημμυρίζει.
-Πόσοι με περιμένουν…
Βάζει σε ένα ποτηράκι λίγο κρασί.
Τσουγκρίζει στο μπουκάλι.
-Άντε και καλή αντάμωση στο καρναβάλι τ’ ουρανού.
