Χρόνια πολλά στις Κατερίνες.
Και ας μην έχουμε παπά να λειτουργήσει το εκκλησάκι της.
Γιατί, όσο και να μας υποβαθμίζουν εμείς θα αντέξουμε.
Γιατί πρέπει.
Για τις επόμενες γενιές.
Γιατί, ότι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς.
——————————————————
Ένα κομμάτι του παλιού μας δρόμου, του ντουσιμέ,
έχει αναδυθεί μπροστά στο πάλαι ποτέ μαγαζί του Μανώλα.

Θυμάται…
Κίτρινη βαμμένη η είσοδος του, φιάλες πετρογκάζ,
και οι δύο πινακίδες στην πόρτα: «Πληροφορίες εντός» και, «Επιστρέφω αμέσως».
Ο εξυπηρετικότατος κ. Γιώργος.
Σήμα κατατεθέν του Πλάτανου.
Το μαγαζί τώρα ένας σωρός μπάζα από τον σεισμό.
Παρατημένα.
Ο παλιός δρόμος εμφανίστηκε, για λίγο, όπως ήταν πριν τσιμεντωθεί.
Γίνονται κάποια έργα στο χωριό ύδρευσης-αποχέτευσης.
Θυμάται…
Αυτό, που κάπου κάποτε διάβασε.
«Δεν υπάρχει δρόμος με βουβές πέτρες, ούτε σπίτι χωρίς αντίλαλο».
Κοιτώντας τον αναπολεί…
Την ζωή της όλη, σαν σε παλιά ασπρόμαυρη ταινία.
Στον «δρόμο»της με τον ακανόνιστο ντουσιμέ.
Κάθε πέτρα του και μια ιστορία.
Είναι σαν να της μιλάει! Να την παροτρύνει.
Θυμήσου.
Όταν ξυπολιτάκι έτρεχες να πας στο σπίτι της γιαγιάς σου.
Όταν γλιστρούσες πάνω στις γυαλισμένες μου από τα χρόνια πέτρες παίζοντας,
και στραμπούλαγες τον αστράγαλο σου.
Που κάθε τρεις και λίγο στην Μαρία την Χρυσούδαινα την χειροπράκτισσα
έτρεχες, για τρίψιμο με βαλσαμέλαιο.
Τα σπασμένα σου γόνατα.
Το «σπίρτο» που σου έβαζε η μαμά σου στις πληγές και το φύσαγε για να μην σε τσούζει.
Θυμήσου.
Όταν με κόπο ισορροπούσες με τα ψηλά τακούνια στην εφηβεία στις ανωμαλίες μου.
Όταν με τον χαρακτηριστικό του θόρυβο πέρναγε ο αραμπάς και τραμπαλιζόταν
και σιγοτραγουδούσαν τα ποτηράκια στο μπουφέ στην καλή κάμαρα.
Τον ήχο από τα πέταλα των στεφανωμένων αλόγων που γύριζαν από το πανηγύρι του αγιού Γιωργιού.
Και τον ήχο από τα πεταλάκια στα παπουτσάκια σου, στα μικράτα σου, που τάβαζε ο Γδούντος ο τσαγκάρης για να μην παλιώνουν.
Όταν κατέβαινε ο λάγκαδος σιγανό ρυάκι στην αρχή
και έκανε ελιγμούς και μανούβρες ανάμεσα στις πέτρες μου μέχρι να τις σκεπάσει,
και να γίνει ορμητικό ποτάμι.
Και τα σπίτια αριστερά και δεξιά, σύριζα στο δρόμο, γεμάτα και πολύβουα.
Με γνωστές φωνές και οικείες που αντιλαλούσαν από μέσα τους.
Θυμάται…
Όλα αυτά που κάποτε ήθελε να αφήσει πίσω της.
Την λαχτάρα της να φύγει για την μεγάλη απρόσωπη πολιτεία.
Στην ελευθερία και στην ανωνυμία.
Ξένη μεταξύ ξένων.
Κουβαλώντας την άγνοια των νιάτων.
Όλα αυτά που με λαχτάρα τώρα γύρισε πίσω για να τα ξαναβρεί.
Τα παλιά της λημέρια.
Γνωστή μεταξύ γνωστών και φίλων.
Κουβαλώντας την σοφία των γηρατειών.
Στο κατεστραμμένο χωριό της.
«Γιατί δεν υπάρχει δρόμος με βουβές πέτρες, και σπίτι χωρίς αντίλαλο».
Κι ας έχουν μείνει λίγα από τα παλιά.
Γιατί αυτή θυμάται…
Γιατί όλα είναι γραμμένα με ανεξίτηλο μελάνι στο μυαλό και στην ψυχή της.
Γιατί όλα τής μιλάνε και ας μη φαίνεται.
Γιατί όλα έχουν αποτυπωμένη επάνω τους ιστορία.
Και την δική της.
Σημείωση της σελίδας:
Κατερίνα να είσαι γερή, πολύχρονη και χαρούμενη. Να είσαι ακμαία να μας θυμίζεις με τον μοναδικό δικό σου, γλαφυρό τρόπο, όλα όσα ζήσαμε και τα άσπρα μαλλιά μας, τώρα πια, απομυζούν για να ξεχάσουμε.
Πολύχρονη!
