Ήρθαν οι “της Ανανίδας” στο καφενείο και μας πληροφόρησαν ότι ήρθαν μέσω Αγορόσκου επειδή στο γεφύρι της Αγιάς Κατερίνας γίνονται έργα. Αναθαρρήσαμε! Επιτέλους ξεκίνησαν τα έργα που εδώ και δυο χρόνια ακούμε ότι θα γίνουν!
Μας προσγείωσε ο γνωρίζων:
Δεν γίνονται έργα για το γεφύρι αλλά για να περάσουν οι σωλήνες του Βιολογικού!
Την δεκαετία του 1950 και στα μετέπειτα χρόνια, κάθε Κυριακή, ήταν απαραίτητη η βόλτα για όλους στον «καροτσόδρομο» ή «σιδηρόδρομο». Ο περίπατος ξεκινούσε από το γεφύρι και έφτανε μέχρι το «Ηρώον». Οι πιο νέοι και τολμηροί προχωρούσαν και μέχρι τη «Ροδάνα». Στο σκοτάδι της νύχτας εύρισκαν την ολοκλήρωσή τους τα γλυκοκοιτάγματα και οι επιθυμίες!
Για τους πιο μερακλήδες αλλά και «ματσωμένους» μετά τον περίπατο συνεχίζονταν η διασκέδαση στα «αγροκήπια». Ένα απέναντι ακριβώς από το «Ηρώον» και ακόμα ένα εκεί όπου σήμερα είναι το ξυλουργείο του αείμνηστου Παναγιώτη Διαμαντή. Τα αγροκήπια ήταν στην ουσία καφενεία ή αν θέλετε αναψυκτήρια που λειτουργούσαν φυσικά μόνο τις μέρες που ήταν ή θύμιζαν καλοκαίρι.
Καλύτερα οργανωμένο ήταν το δεύτερο, που λειτουργούσαν ο Μοσχόβης Στρούμπας και τα αδέλφια Βασίλης και Στάθης Κουτσουραδής. Διέθετε εσωτερική αντλία (ντρούμπα) για νερό, γραμμόφωνο κουρντιστό με χωνί και τσιμεντοστρωμένη πίστα για χορό, απ’ την οποία πήρε και το όνομα «Πίστα». Στις γιορτές και στα πανηγύρια έφερναν και ορχήστρα με «ντιζέζ».
Ουζάκι στρην Πίστα. Η φωτο από τη Συλλογή του Γιώργου Μαργαρίτη το fb
Το πρώτο αγροκήπιο το λειτουργούσε ο Κώστας Καλατζής (Τσόπα). Μια μέρα (ίσως να ήταν η 28 Οκτωβρίου) γινόταν γλέντι. Έπαιζε μουσική και εγώ σκαρφαλωμένος στα κάγκελα του «Ηρώου» παρακολουθούσα την παρέα που χόρευε. Ήταν ο Βαγγέλ’ς του Γανώσ’, του Θουδουρέλ Ίνκους, Καντάρους κ.ά.
Χόρευαν και κάθε τόσο έριχναν ματιές στον μαρμάρινο στρατιώτη του «Ηρώου». Και μετά πάλι χορός! Κάποια στιγμή σταματά ο ένας και λέει στους άλλους «Ρε κμπάρη για βάλει μι του νους να μας είχαν γραμμέν’ έφνα απάνου» και δώστου πάλι χορό!
Όταν είναι νωπές οι εμπειρίες του μετώπουκαι οι μνήμες της κατοχής και έχεις υγεία και ειρήνη οπότε νοιώθεις καλύτερα την ουσία του «γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα» χορεύεις ή δεν χορεύεις!
Με πολύ μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε φέτος το πρώτο Πολιχνιάτικο καρναβάλι. Κινητήρια δύναμη ο πρωτοπόρος Σύλλογος της περιοχής μας ο “Μπάλος”
Τις εκδηλώσεις, σε όλες τις φάσεις τους, παρακολούθησαν και πολλοί χωριανοί μας, οι οποίοι μόνο καλά λόγια και επαίνους είχαν να πουν για την όλη διοργάνωση.
Παραθέτουμε το ενημερωτικό και ευχαριστήριο κείμενο του Μπάλου και μερικές ενδεικτικές φωτογραφίες από τις τελευταίες χτεσινές εκδηλώσεις.
Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές!
Καρναβάλι στον Πολιχνίτο!
Μετά από πολλά χρόνια το καρναβάλι ζωντανεύει ξανά στο χωριό του Πολιχνίτου. Ο μουσικοχορευτικός σύλλογος Μπάλος, υπό την αιγίδα του Δήμου Δυτικής Λέσβου δια του νομικού του προσώπου Πολιτισμού, Τουρισμού και Αθλητισμού πραγματοποιεί για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια καρναβαλικές εκδηλώσεις με στόχο αυτές να συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια.
-«Ο Βασιλιάς καρνάβαλος» στη μορφή του Θεού Διόνυσου. Όπως είναι γνωστό, το καρναβάλι έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων προς τιμήν του Διόνυσου, θεού του κρασιού και των εορτασμών. Χαρακτηριστικό τους η σάτυρα με καρναβαλιστές ντυμένοι ως θεοί του Ολύμπου και αρχαίοι Έλληνες.
– «Ιαμάτικά λουτρά» όπως θα θέλαμε να είναι…Είναι γνωστό ότι οι θερμές πηγές τις οποίες έχουμε την τύχη να έχουμε στο χωριό μας και η αξιοποίησή τους απασχολούν την τοπική κοινωνία εδώ και πολλές δεκαετίες. Το ότι δεν αξιοποιήθηκαν τα χρόνια που πέρασαν οφείλεται κυρίως στην αδυναμία των Πολιχνιατών να συμφωνήσουν για τον τρόπο και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν, καθιστώντας την αξιοποίησή τους ως στη σημαντικότερη παράμετρο για την ανάπτυξη του τόπου μας. Οι καρναβαλιστές που το πλαισιώσαν περιμένουν υπομονετικά με τα μπουρνούζια και τις πετσέτες και τα μαγιό τους να μπουν στις πισίνες όταν αυτά θα είναι έτοιμα!
-«Το κουρσάρικο». Με την ιστορία του Πολιχνίτου είναι επίσης συνδεδεμένη και η Πειρατεία. Στα υστεροβυζαντινά χρόνια αρχίζουν οι μεγάλες καταστροφές στο σύνολο των παραλιακών οικισμών του νησιού μας. Η δημιουργία οικισμών μακριά από τη θάλασσα και σε προστατευμένους χώρους ήταν η μόνη άμυνα των κατοίκων των περιοχών αυτών από τους πειρατές. Είναι γνωστή άλλωστε η ιστορία που συνδέει την εισβολή πειρατών με την ονομασία της Νυφίδας και των περιοχών όπως το Παπούτσι, το Μανίκι και η Χορεύτρια.
-«Η Ζούγκλα». Ζώα κάθε λογής, απ’όλο τον κόσμο. Ζώα που δυστυχώς κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Βεβαίως, δεν αναφερόμαστε μόνο στην προστασία της άγριας ζωής αλλά και στην αξιοπρεπή συμβίωσή μας με τα οικόσιτά μας. Η κακοποίηση των ζώων εξακολουθεί να είναι ένα μείζον ζήτημα κάθε τοπικής κοινωνίας. Όπως είπε και ο Μαχάτμα Γκάντι, το πολιτισμικό επίπεδο ενός λαού φαίνεται από τον τρόπου που μεταχειρίζεται τα ζώα. Είδαμε να το συνοδεύουν περισσότερο παιδιά το άρμα αυτό. Οχι τυχαία… Είναι αυτά στα οποία μπορούμε να διδάξουμε την αγάπη σε κάθε ζωντανό οργανισμό!
Τέλος, θα πρέπει να τονιστεί η σημαντική οικονομική υποστήριξη που λάβαμε από τη δημοτική αρχή και θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε ιδιαιτέρως τους αντιδημάρχους Γιώργο Αλάνη και Ζαχαρώ Ιωακείμ για τη γενικότερη στήριξή τους. Θα θέλαμε ακόμη να ευχαριστήσουμε θερμά τους Βερβέρη Ιωάννη για την παραχώρηση κατάλληλου χώρου που εξυπηρετούσε την κατασκευή των αρμάτων, το Στρούμπα Παναγιώτη για την πολύτιμη βοήθειά του τόσο στις κατασκευές όσο και σε όλα τα διαδικαστικά για την οργάνωση των εκδηλώσεών μας, τον Καρακλά Γεώργιο, Στατέλλη Σταμάτη, Αλεξανδρή Δημήτρη και Βερβέρη Ιωάννη που διέθεσαν τις πλατφόρμες και τα τρακτερ για να μπορέσουν να παρελάσουν σήμερα τα άρματα καθώς επίσης και όλα τα μέλη του συλλόγου που προσέφεραν τη βοήθειά τους κατά τη διάρκεια των καρναβαλικών εκδηλώσεων.
Ο Ανδρέας Κουγκούλιος έχει εδώ και χρόνια φύγει από τη ζωή αλλά… δεν πέθανε! Τον κρατάει ζωντανό το δημιούργημα της ζωής του, η ταβέρνα του, η Ταβέρνα του Ανδρέα στη Θεμιστοκλέους. Το επιβεβαιώνει το παρακάτω δημοσίευμα που είδαμε στο lesvosnews.net.
Η ψαροταβέρνα του Ανδρέα στη Θεμιστοκλέους Φρέσκο ψάρι, όστρακα, μεγάλες σαλάτες, σαρακοστιανά πιάτα με θαλασσινά, μεζέδες, οικογενειακό περιβάλλον και μια στοά σαν ένας μικρός κήπος πίσω από την Ακαδημίας.
Η περιοχή γύρω από την Ομόνοια ήταν ανέκαθεν πολύβουη, πολυτάραχη και πολυαγαπημένη. Διαβάζοντας την ιστορία της, σκέφτομαι ότι θα ήθελα πολύ να την είχα ζήσει την εποχή που ήταν εντελώς εξοχική και από το κέντρο της περνούσαν δύο ρέματα, ένα που κατέβαινε από την Πανεπιστημίου και ένα από τη Σταδίου. Υπήρξε κατάφυτη από αμπέλια, μετά άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται μέρος του άστεως και ολόγυρά της φυτεύτηκαν βελανιδιές.
Αργότερα προστέθηκαν διάφορα δέντρα και εξωτικά φυτά για να μεταμορφωθεί σε κοσμική πλατεία και όταν η Αθήνα ξεκίνησε να γεμίζει μεγάλα, άκομψα κτίρια, άρχισε να αποκτά εμπορική σημασία, για να γίνει λίγο-πολύ αυτό που είναι και σήμερα.
Τη δεκαετία του ’60, αν κάποιος ήθελε να δώσει ραντεβού με κάποιον που δεν ήξερε τίποτα από Αθήνα, θα επέλεγε κάποιο σημείο στην Ομόνοια. Όλοι περνούσαν από κει, γι’ αυτό και σε όλους τους γύρω δρόμους είχαν ανοίξει διάφορα μαγαζιά, από εμπορικά με ρούχα και παπούτσια μέχρι μανάβικα, ψαράδικα και κρεοπωλεία.
Η οδός Θεμιστοκλέους ήταν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους. Υπήρχαν πολλά υποδηματοπωλεία, καφενεία και διάφορες υπηρεσίες με πολλά γραφεία στους ορόφους των πολυκατοικιών.
Ένα από αυτά τα καφενεία ήταν τόπος συγκέντρωσης των παραγγελιοδόχων της Μυτιλήνης. Αν ήθελες κάτι να σου φέρουν από το νησί, θα πήγαινες εκεί και όλο και κάποιον διανομέα θα έβρισκες. Σε αυτό το μαγαζί ήρθε να δουλέψει το 1958 ο Ανδρέας Κουγκουλιός από τη Μυτιλήνη. Ο Ανδρέας αγάπησε την περιοχή και το μαγαζί. Σιγά-σιγά κατάφερε να γίνει συνέταιρος στο καφενείο και το 1970 ήρθε στα χέρια του.
Γεννημένος σε ένα χωριό της Μυτιλήνης, τη Βρίσα, είχε συνηθίσει να περνάει τα καλοκαίρια του στην ταβέρνα που διατηρούσε ο πατέρας του στην πιο κοντινή παραλία, στα Βατερά. Ήταν λογικό, λοιπόν, να θέλει να μετατρέψει το καφενείο σε ένα μαγαζί όπου θα μπορούσε κάποιος να απολαύσει έναν μεζέ ή ένα πιάτο φαγητό.
Σε αυτήν τη σκέψη του συνηγόρησε και η ύπαρξη ενός ψαράδικου στην είσοδο της στοάς όπου μέχρι σήμερα είναι το μαγαζί. Έτσι, αποφάσισε να κάνει το καφενείο ψαρομεζεδοπωλείο. Κάτι ανάλογο δεν υπήρχε ακόμη στην περιοχή, γι’ αυτό και είχε την εντύπωση ότι θα κατάφερνε να ξεχωρίσει. Έτσι κι έγινε.
Στην αρχή το μαγαζί είχε λίγα τετραγωνικά και μικρή κουζίνα. Έφερνε ο Ανδρέας τα μπουκαλάκια ούζο με τα κοφίνια από τη Μυτιλήνη, έψηνε και τα ψάρια που έπαιρνε από το ψαράδικο μπροστά και γινόταν η δουλειά. Σήμερα έχει εξαπλωθεί σε όλα τα μαγαζιά της στοάς, η οποία λειτουργεί σαν χαριτωμένη αυλή.
Αν και βρίσκεσαι μια ανάσα από την Ακαδημίας, μόλις στρίβεις στην ταβέρνα ξεχνάς ότι είσαι στην καρδιά της πόλης. Ο Μπάμπης, γιος του Ανδρέα, είχε μπει στο μαγαζί από το 1998. Ουσιαστικά κι αυτός μέσα στο μαγαζί μεγάλωσε. Ξέρει τη δουλειά καλά και, πάνω απ’ όλα, ξέρει καλά την περιοχή και την αγαπάει.
«Τα Εξάρχεια είναι μία από τις πιο όμορφες περιοχές και η Θεμιστοκλέους ένας αγαπημένος δρόμος. Μπορεί κάποιοι να μην το ξέρουν, αλλά ανήκουμε κι εμείς στο ιστορικό κέντρο. Έχει γοητεία η περιοχή μας, ανέκαθεν ζούσαν ή σύχναζαν σε αυτήν μοναδικοί και ιδιαίτεροι άνθρωποι», μου λέει και ταυτίζομαι απόλυτα με την άποψή του.
Τα Εξάρχεια είναι μια μαγική περιοχή. Και η ταβέρνα του Ανδρέα παραμένει ένα ωραίο στέκι που έχει το πλεονέκτημα ότι μπορείς στα τραπεζάκια του να είσαι όσο privé θέλεις. Τι εννοώ με αυτό; Επειδή το μαγαζί είναι ουσιαστικά πολλά μαγαζιά ενωμένα, υπάρχουν διάφορα δωμάτια όπου μπορείς να βρεθείς με την παρέα σου, αποφεύγοντας την πολυκοσμία. Μάλιστα, ένα δωμάτιο από αυτά χωράει μόλις ένα μεγάλο τραπέζι, κάτι σαν σεπαρέ στην πιο λαϊκή του μορφή.
Το μαγαζί μαζεύει κάθε λογής κόσμο. Αν πας από νωρίς και πιάσεις τραπεζάκι, είναι σαν να παρακολουθείς μια ζωντανή παράσταση. «Μπορεί στην ταβέρνα να έρχονται πολλοί επαγγελματίες του δικαστικού χώρου, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη νιώθει άνετα και χαλαρά στο μαγαζί. Υπάρχει μια οικογενειακή ατμόσφαιρα που την αντιλαμβάνεσαι μόλις κάθεσαι και την υιοθετείς χωρίς καν να το καταλάβεις», μου λέει ο Μπάμπης και παρατηρώ αμέσως ότι αυτό συμβαίνει.
Ένας κύριος που μέχρι εκείνη την ώρα καθόταν κι έτρωγε μόνος του, είχε πιάσει κουβεντούλα με ένα ζευγάρι που κάθισε απέναντί του, αφού πρώτα πέρασε από τη βιτρίνα με τα ψάρια και διάλεξε τι θα δώσει στον ψήστη. Εννοείται ότι ο Μπάμπης τους ήξερε όλους με τα μικρά τους ονόματα. Αλλά και όσους δεν ήξερε, τους περιποιούνταν με έγνοια.
Αυτό που μου άρεσε ήταν ότι υπήρχαν αρκετοί μοναχικοί άνθρωποι που φαίνονταν να έχουν οικειότητα με το μέρος. Είναι σημαντικό να υπάρχουν μαγαζιά όπου να μπορεί να πηγαίνει μόνος του, χωρίς να αισθάνεται ότι μεγαλώνει η μοναξιά του.
Εκτός όμως από το ανθρώπινο περιβάλλον, στον Ανδρέα υπάρχει καλό φαγητό. Μπαίνοντας από την κεντρική πόρτα του μαγαζιού, απέναντι από την οποία βρίσκεται η ανοιχτή κουζίνα, υπάρχει μια μεγάλη βιτρίνα με θαλασσινά: μεγάλα και μικρά ψάρια, μύδια, κυδώνια, στρείδια, γαρίδες και ό,τι άλλο μπορείς να επιθυμήσεις και μυρίζει Αιγαίο. Το μαγαζί προμηθεύεται τα πάντα από ένα ιχθυοπωλείο της κεντρικής αγοράς με το οποίο διατηρεί συνεργασία παραπάνω από σαράντα χρόνια.
Ο Μπάμπης δεν θέλει να έχει κανένας πελάτης παράπονο, γι’ αυτό δίνει μεγάλη προσοχή στην πρώτη ύλη. Φέρνει κάποια παστά από το νησί, προτιμά τα μυτιληνιά ούζα, μαγειρεύει με μεσσηνιακό λάδι, κοιτάει τα λαχανικά του να είναι νόστιμα, διαλεγμένα από πάγκους που ξέρει. Το πιο σημαντικό είναι ότι για τα ψητά του χρησιμοποιεί κάρβουνο, κάτι το οποίο είναι πια σπάνιο να βρεις, ιδίως στα μαγαζιά του κέντρου. Και όπως είναι γνωστό, το κάρβουνο δίνει ξεχωριστή νοστιμιά τόσο στο κρέας όσο και στο ψάρι.
Το τηγάνι του είναι επίσης καλό. Βγαίνει το ψάρι ελαφρύ, χωρίς να έχει κρατήσει λάδι. Με μια μερίδα χόρτα ή σταμναγκάθι, ένα πιάτο με ψιλή αθερίνα, μια πατάτες και μια ταραμοσαλάτα, γίνεσαι ευτυχισμένος στον Ανδρέα, ανά πάσα στιγμή.
Αν θέλεις να το ζήσεις ακόμη πιο πολύ, θα πάρεις τα όστρακα και την αχινοσαλάτα σου, θα προσθέσεις ένα ωραίο, ψητό λυθρίνι στο κέντρο του τραπεζιού με βραστά λαχανικά και θα ζήσεις μια μικρή προσομοίωση μεσημεριανού σε νησιώτικο ταβερνάκι.
«Σίγουρα, όποιος έρθει, θα δοκιμάσει το σαγανάκι μας με τις γαρίδες. Ήμασταν από τους πρώτους που φτιάξαμε γαρίδες σαγανάκι στην Αθήνα και οι πρώτοι που σερβίραμε χταποδοκεφτέδες. Ωραία πιάτα και τα τρία. Όπως και οι σουπιές με το σπανάκι και το μοσχοχτάποδο με το κοφτό μακαρονάκι που έχουν την τιμητική τους όλη τη Σαρακοστή», μου προτείνει ο Μπάμπης, ενώ χαζεύω τον κατάλογο και παρατηρώ ότι οι τιμές του είναι πραγματικά καλές.
Τον ρωτάω σχετικά και μου απαντάει ότι θέλει με κάθε τρόπο να τις διατηρήσει λογικές, για να μπορούν να έρχονται όλοι, ενώ θυμώνει με εκείνους που ανεβάζουν τις τιμές στα ύψη επειδή βρίσκονται σε τουριστικά σημεία. Δίκιο έχει και νομίζω ότι με την ίδια φιλοσοφία θα δουλεύει το μαγαζί ακόμη και όταν η περιοχή αποκτήσει περισσότερους τουρίστες, όπως φαίνεται να γίνεται.
Όταν έφυγα από τον Ανδρέα, στην πίσω σάλα βρισκόταν μια παρέα ηλικιωμένων που απολάμβαναν τα θαλασσινά μαζί με το κρασάκι τους. Στον κήπο της στοάς μια μητέρα με ένα κοριτσάκι έτρωγαν το μεσημεριανό τους, μια κυρία έπινε το τσιπουράκι της, τσιμπολογώντας αθερίνα, ένας εργάτης έκανε το διάλειμμά του και δύο δικηγόροι βρισκόντουσαν σε γεύμα εργασίας. Σε λίγο το μαγαζί θα γέμιζε – πλησίαζε μεσημέρι και τα κάρβουνα στη σχάρα είχαν πάρει φωτιά.
Δεν ήταν μόνο ο μπαρμπα-Γιάννης ο Βογιατζής με την απίθανη σάτυρά του. Δεν ήταν μόνο ο Γιάννης Καφαλούκος, ο Λουλούμπας. Δεν ήταν μόνο ο Στρατής Καραΐσκος (το Καζέπ) ως νύφη. Ήταν πολλοί που λίγο-πολύ στόλιζαν τις Απόκριες το χωριό μας.
Τώρα, όπως καταντήσαμε σεισμόπληκτοι και πυρόπληκτοι, ποιος έχει όρεξη για τέτοια. Και που; στο ερειπωμένο χωριό ή στα απρόσωπα Βατερά;
Και του χρόνου τις Απόκριες. Ας είμαστε γεροί και ας ελπίζουμε σε καλύτερες μέρες (ή μάλλον χρονιές)
Αναγνώστης μας πληροφόρησε ότι και ο Γιώργος Τουτσογλίδης, που έκλεχτηκε το ΓΕΩΤΕ, είναι χωριανός μας, εξ αγχιστείας, σύζυγος της Βαλάντως Δ. Σιγιώργη.
Συγνώμη που δεν θυμόμουν το επίθετο. Εύχομαι και σε σένα Γιώργο καλή θητεία.