Μια ακόμα δημιουργία του Λεσβολή

Από το προφίλ του στο fb

ΑΛΛΟΤΙΝΕΣ ΜΟΥ ΕΠΟΧΕΣ‼️

Με αφορμή ότι άρχισε και φέτος σιγά-σιγά το μάζεμα της ελιάς , θυμήθηκα περασμένες εποχές- αρχές της δεκαετίας του ΄60- , τότε που η Βρίσα είχε 1700 κατοίκους, το μεροκάματο του ραβδιστή ήταν 50 δρχ, της μαζώχτρας 25 δρχ και η τιμή του λαδιού 15-20 δρχ/κιλό.

Στο χωριό τότε λειτουργούσαν δύο ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, η Παλιά μηχανή από το 1892 και η Καινούργια μηχανή από το 1902 με ημερήσια έκθλιψη περίπου 20 μόδια η κάθε μία. Το 1975 η παλιά μηχανή αντικατέστησε τον εξοπλισμό του με σύγχρονο φυγοκεντρικό εργοστάσιο με δυνατότητα 3,5 μόδια/ώρα.( πηγή: Κ. Τσέλεκας από ΄΄Το χωριό μου η βρίσα Λέσβου΄΄). Κάθε μόδι ήταν 500 οκάδες ή 640 κιλά.

Για τη λειτουργία κάθε εργοστασίου υπήρχαν πολλοί εργαζόμενοι: Ο διευθυντής, ο λογιστής, ο μηχανικός, ο θερμαστής, ο ζυγιστής, οι χαμάληδες, ο πετράς, και οι μάστορες με τους βοηθούς τους (τσιράκια).

Πριν ξημερώσει, ο θερμαστής έπρεπε να βάλει φωτιά στο λέβητα για να ζεσταθεί το νερό και να γίνει ατμός για να δώσει κίνηση στις μηχανές. Σαν καύσιμη υλικό χρησιμοποιούσε την πυρήνα. Στις έξι χτύπαγε η μπουρού για να ξεκινήσει η εργασία.

Πρώτα οι χαμάληδες κουβαλούσαν τις ελιές από τα αμπάρια, όπου κάθε ελαιοπαραγωγός είχε το δικό του,και τις έριχναν στο σπαστήρα με τις δύο περιστρεφόμενες πέτρες (κουλέθρα) για να γίνει η σύνθλιψη και πολτοποίηση των (χαμούρ).Το χαμούρ μεταφερόταν σε δεξαμενή κοντά στο πιεστήριο (μπασκί) για να απλωθεί από τον μάστορα και τον βοηθό του μέσα στα τσπιά (τρίχινα πανιά τετράγωνα σε σχήμα φακέλλου). Τα τσπιά τοποθετούνταν αλφαδιασμένα και με ιδιαίτερη προσοχή το ένα πάνω στο άλλο μέσα στο μπασκί από το μάστορα για να συμπιεστούν τρεις φορές ( τη δεύτερη και τρίτη φορά μαζί με ζεστό νερό που έριχναν με τους μαστραπάδες). Κάθε πιεστήριο επεξεργαζόταν περίπου δέκα στάματα την ημέρα, όπου το κάθε στάμα ήταν μισό μόδι. Μετά τη συμπίεση, το λάδι, το νερό και η μούργα οδηγούνταν σε δεξαμενές (πολύμια) όπου γινόταν φυσικός διαχωρισμός λόγω βαρύτητας και μάζευαν το λάδι από την επιφάνεια με μαστραπάδες. Τα υγρά απόβλητα (αμούρ) οδηγούνταν έξω από το εργοστάσιο στον παρακείμενο χείμαρρο.

Αργότερα, με τον ερχομό του ηλεκτρικού ρεύματος ο διαχωρισμός λαδιού-νερού γίνεται με φυγοκεντρικά πολύστροφα μηχανήματα, τα λαβάλ.

Μετά, από τον διευθυντή γινόταν η οξυμέτρηση του λαδιού για τον έλεγχο της ποιότητας και από τον παραγωγό ο γευστικός έλεγχος με την καπίρα που έκανε στο μαγκάλι.

Το λάδι το έβαζαν σε τουλούμια (ασκοί από δέρμα τράγου) και αργότερα σε λαγήνες (μεταλλικά ημικυλινδρικά δοχεία), η δε μεταφορά στο σπίτι γινόταν με αραμπάδες για να αποθηκευτεί σε πήλινες δεξαμενές (κιούπια και φτίνες) και αργότερα σε μεταλλικές δεξαμενές (λάντσες).

Τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει πολλά, από τη μια οι κλιματολογικές αλλαγές με τις ζέστες και την ανομβρία και από την άλλη η φωτιά το 2022 καθώς και η χαμηλή τιμή του λαδιού, ανάγκασαν πολλούς να εγκαταλείψουν τα ελαιοκτήματά τους, αναπολώντας με νοσταλγία αλλοτινές εποχές.

https://www.facebook.com/plugins/video.php?height=314&href=https%3A%2F%2Fwww.facebook.com%2Freel%2F1435954131239968%2F&show_text=false&width=560&t=0

Please follow and like us:
Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στην Ειδήσεις. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.