Από την Κατερίνα Γεωργή

Το ερέθισμα για το παρακάτω μού το έδωσε αφ’ ενός ένα βίντεο στην τηλεόραση όπου με την βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης «ζωντανεύουν, μιλούν, και γελούν» γυναίκες σκοτωμένες ως επί τω πλείστον από συντρόφους τους, αφ’ ετέρου γιατί σήμερα συγγενείς δολοφονημένων γυναικών μίλησαν για τις αγαπημένες τους κόρες, αδερφές, μαμάδες, στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

Οι γυναίκες πρέπει να ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, και οι γύρω τους, που βλέπουν, να μην σιωπούν.

Οι δε άντρες να πάψουν να θεωρούν τις γυναίκες αντικείμενα με δικαίωμα ζωής ή θανάτου επάνω τους, και να επανεκπαιδευτούν στα θέματα πατριαρχίας.

Με λένε Ζωή.

Στην αρχή η θλίψη είχε εγκατασταθεί μέσα της

σαν ένα ακόμα εσωτερικό της όργανο.

Σαν νοικάρης με ενοικιοστάσιο που δεν μπορούσε να της κάνει έξωση.

Και συνεχώς την ένοιωθε να αλλάζει διαμερίσματα.

Πότε της έσφιγγε την καρδιά.

Πότε της έπαιρνε τον αέρα από τους πνεύμονες.

Πότε της τρύπαγε το στομάχι.

Μόνο στο μυαλό της δεν της επέτρεπε να πάει.

Την αρνιόταν.

Την έδιωχνε.

Την υποχρέωνε να σιωπά.

Όταν τα περιστατικά βίας ήταν αραιά και που.

Γιατί δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που ζούσε.

Έβρισκε προφάσεις και δικαιολογίες.

Ότι κατά βάθος ήταν καλός.

Ότι για όλα έφταιγε η ίδια.

Ότι έπρεπε να γίνει καλύτερη.

Ότι δεν έπρεπε να δίνει αφορμές.

Μέχρι που η θλίψη έγινε φόβος.

Φόβος και μετά πανικός.

Που εγκαταστάθηκε στο μυαλό της.

Γιατί κατάλαβε ότι κινδύνευε.

Όταν τα περιστατικά βίας σιγά-σιγά, πολλαπλασιάστηκαν.

Φοβόταν ότι κάθε μέρα που περνούσε,

ήταν μια αναβολή εκτέλεσης που είχε ημερομηνία λήξεως.

Μια εκτέλεση που έμαθε καρτερικά να περιμένει.

Ο ήχος του κλειδιού του στην πόρτα όταν μπαίνει στο σπίτι

σαν πυροβολισμός τής φαντάζει.

Έφτασε ώρες-ώρες να τον αναζητά σαν λύτρωση.

Για να τελειώνει η αγωνία.

Να πάψει να πονά και να φοβάται περιμένοντας το αναπόφευκτο.

Παραιτημένη.

Τώρα αυτός λείπει.

Παλιά χαιρόταν για την λίγη ελευθερία.

Τώρα μετρά με πανικό τις ώρες μέχρι το γυρισμό του.

Πώς θα είναι;

Τί την περιμένει;

Τι δεν πρέπει να κάνει για να μην τον προκαλέσει;

Αφηρημένα κοιτάζει στην τηλεόραση.

Ποτέ δεν παρακολουθεί τι λένε.

Την ανάβει για να ακούει φωνές ανθρώπων.

Για να νοιώθει ότι έχει παρέα.

Γιατί σταμάτησε σιγά-σιγά να βγαίνει από το σπίτι.

Δεν αντέχει τα περίεργα βλέμματα στα σημάδια που της αφήνουν

τα χτυπήματα του.

Τα ψέματα που λέει για να τον καλύψει.

Τη ντροπή που νοιώθει για εκείνον που τα κάνει, και για την ίδια που τα ανέχεται.

Κάτι της τραβάει την προσοχή.

Ένα βίντεο με πρόσωπα γυναικών που εναλλάσσονται στην οθόνη, μιλούν και γελούν.

Ανασύρει από την μνήμη της…

Γνωστά τα ονόματα.

Δίνει προσοχή.

Θυμάται.

Ελένη, Κυριακή, Γαρουφαλιά, Κατερίνα, Βίκυ, Καρολάιν…

Νεκρές όλες τους.

Η καρδιά της πάει να σπάσει.

Από τρόμο.

Από απόλυτη συνειδητοποίηση μπροστά στην φρικτή πραγματικότητα.

Αλλά, και αποφασιστικότητα.

Αρπάζει μόνο τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, ανοίγει την πόρτα και φεύγει.

Δεν κλειδώνει.

Το σπίτι αυτό είναι για εκείνη παρελθόν.

Φοβάται πολύ αλλά με ένα άλλου είδους φόβου.

Έναν αλλιώτικο φόβο που δεν είναι ο φόβος για την ζωή της.

Είναι ο φόβος για το άγνωστο που την περιμένει.

Αλλά είναι σίγουρη ότι κάνει το σωστό.

Βρήκε την δύναμη.

Να δραπετεύσει, να εξαφανιστεί.

Δεν θα επιτρέψει να ακουστεί το όνομα της σε βίντεο στην τηλεόραση.

Τώρα ή ποτέ, λέει στον εαυτό της.

Με λένε Ζωή, και θέλω να ζήσω

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Δημοσιεύθηκε στην Ειδήσεις. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.