«Έθνος ανάδελφον»

ΕΜΠΡΟΣ 3/4/13

Νικέλλη Στρατή

« Έθνος ανάδελφον» χαρακτήρισε τον ελληνισμό κορυφαίος πολιτειακός παράγοντας του χτες. Και είχε δίκιο. Πολύ λίγα  έθνη στον κόσμο –τουλάχιστον αυτόν με τον οποίο έχουμε δοσοληψίες- αισθάνονται και είναι τόσο μόνα. Και εκτός του ότι  είμαστε μόνοι, είμαστε και πολύ λίγοι. Αυτή η φυλετική μοναξιά μας έρχεται σε αντίθεση με τον «κοσμοπολίτικο» χώρο στον οποίο ζούμε. Χώρο τον οποίο απ‘ την αρχαιότητα εποφθαλμιούν πολλοί. Γι αυτό και οι κατακτητές ήταν πολλοί. Ρωμαίοι, Φράγκοι (σε πολλές αποχρώσεις τους), Τούρκοι, Σλάβοι, Ιταλοί και Γερμανοί άφησαν πολύ λίγα χρονικά διαστήματα το χώρο τούτο να ηρεμήσει. Όταν δεν είχαμε σκλαβιά, είχαμε πολέμους. Την ειρήνη τη βιώσαμε στην ουσία τα τελευταία εξήντα χρόνια.

Το διάστημα των 60 αυτών χρόνων η Ελλάδα είχε ενταχθεί σε συνασπισμούς. Στο ΝΑΤΟ αρχικά και στην ΕΟΚ ή ΕΕ ύστερα. Προσωπικά πιστεύω ότι την ίδια ειρήνη θα είχαμε βιώσει και όταν βρισκόμασταν στον αντίπαλο του ΝΑΤΟ χώρο, τουλάχιστον για όσα χρόνια αυτός υπήρχε. Όλα τα κράτη επιζητούν συμμαχίες και συνασπισμούς. Τα αδύναμα οικονομικά και στρατιωτικά για να απολαμβάνουν τη συλλογική κάλυψη και τα ισχυρά για να προωθούν ευκολότερα τα συμφέροντά τους. Οι σχέσεις των χωρών χαρακτηρίζονται από δυναμικές ισορροπίες ή συγκρούσεις.  Όταν σε μια μικρή κοινωνία οι μεταξύ των μελών της σχέσεις χαρακτηρίζονται από τον ανταγωνισμό, την προώθηση των ατομικών συμφερόντων και συχνά τη βία, είναι αφέλεια και ουτοπία να περιμένουμε την επικράτηση στις διακρατικές σχέσεις του δικαίου και της ηθικής, της ανυστερόβουλης βοήθειας και συμπαράστασης.

Η μικρή μας χώρα επομένως για να μπορέσει να επιβιώσει έχει ανάγκη από συμμαχίες. Όχι γιατί με τη συμμαχία θα λυθούν αυτόματα τα προβλήματά της ή θα δεχτεί την ελεημοσύνη των συμμάχων της. Αλλά γιατί μέσα από μια συμμαχία θα μπορέσει να προωθήσει καλύτερα τα συμφέροντά της. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπήκαμε  μόνο  για οικονομικούς λόγους. Με την είσοδό μας στη μεγάλη αυτή ευρωπαϊκή ομάδα των δημοκρατικών χωρών εξασφαλίσαμε τη δημοκρατία  και στη χώρα μας. Αυτό – δηλαδή η δημοκρατία- σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο και για τούτο δεν εκτιμιέται όσο πρέπει η αξία του. Αν αναλογιστούμε όμως την πορεία του πολιτικού βίου της χώρας μας από την απελευθέρωση ως τα σήμερα θα δούμε ότι τα σαράντα χρόνια δημοκρατίας που βιώνουμε είναι σχεδόν και τα μοναδικά.

Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια χωρίς προηγούμενο οικονομική κρίση με άσχημες, οδυνηρές ή και ολέθριες συνέπειες για πολλούς. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι δεν τύχαμε της στήριξης που θα ‘πρεπε απ’ την ΕΕ. Ίσως να έχουν δίκιο. Νομίζω όμως ότι θα μειωθεί η ένταση της διαμαρτυρίας τους αν αναλογιστούν ότι και στην ευρωπαϊκή ένωση κάθε χώρα προσπαθεί όσο μπορεί να προωθήσει τα συμφέροντά της. Αλήθεια αν κινδύνευε με χρεοκοπία η Γερμανία και εμείς ήμασταν οικονομικά ισχυροί θα δεχόταν ο έλληνας φορολογούμενος να δίνει χρήματα  για να μη στερηθεί σε τίποτα ο γερμανός; Κάποιοι ισχυρίζονται επίσης ότι μπορούμε με τον τσαμπουκά να λύσουμε τα προβλήματά μας. Μας χρωστάτε, δεν σας χρωστάμε θα τους πούμε κι αυτοί θα σταθούν προσοχή μπροστά μας! Άλλοι επιμένουν ότι η λύση θα προέλθει αν γράψουμε στα παλιά μας τα παπούτσια την ΕΕ.

Αυτό ίσως να ήταν εφικτό αν υπήρχε κάτι άλλο για να συμμαχήσουμε. Αν υπήρχε μια άλλη ομάδα κρατών η οποία θα στήριζε τα συμφέροντά μας. Και το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι εμείς, η Ελλάδα, βρισκόμαστε συνεχώς σε θέση άμυνας για τη διαφύλαξη των συμφερόντων μας. Δεν διεκδικούμε κάτι παραπάνω αλλά προσπαθούμε να διατηρήσουμε ότι μας ανήκει με βάση το διεθνές δίκαιο. Και στη διεκδίκηση αυτή τα λάθη μας είναι απανωτά. Οι κινήσεις μας στη διεθνή σκακιέρα είναι κοντόφθαλμες. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε παρά μια δυο κινήσεις μονάχα του αντίπαλου. Το αποδείξαμε με την καταστροφή στη Μικρασία, όπου παίξαμε το παιχνίδι των «εν πολέμω» συμμάχων οι οποίοι μας χρησιμοποίησαν για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων. Το αποδείξαμε με τη λήξη του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου αντί να αγωνιστούμε να κερδίσουμε στην ειρήνη ισάξια των όσων προσφέραμε στον πόλεμο, μπλεχτήκαμε σε έναν οδυνηρότερο αδελφοκτόνο πόλεμο.  Συνεχίσαμε απεμπολώντας λύσεις του κυπριακού που σήμερα φαντάζουν άπιαστα όνειρα για να υποστεί στο τέλος ο ελληνισμός την τραγωδία του Αττίλα. Χάσαμε τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης και σήμερα η αντίσταση μας στην επεκτατική πολιτική των γειτόνων μας μόνο μέσα απ’ την Ευρωπαϊκή ένωση υπάρχει. Σ’ αυτήν την ευρωπαϊκή ένωση και τους κανόνες της, με την επικουρία του ΝΑΤΟ, προσπαθούμε να πετύχουμε μια αξιοπρεπή λύση στη χαμένη υπόθεση της Μακεδονίας.

Έχοντας αυτά στο νου μας, ως πολίτες αυτής της χώρας, τώρα που στη γειτονιά μας υπάρχει η αναταραχή της Μέσης Ανατολής  και η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στις κορώνες των ακραίων που θέλουν την Ελλάδα, που δεν έχει να ταΐσει τα παιδιά της,  να αυτοαπομονώνεται  χάνοντας τα όποια –έστω αδύναμα- στηρίγματά της.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.